Off Canvas sidebar is empty

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ, ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΚΡΙΣΗ, ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙ

του Πέτρου Ψαρρέα
Περ. "ΘΕΣΕΙΣ"  - Τεύχος 105, περίοδος Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2008
1. Εισαγωγή

Η οικολογική κρίση είναι μια έννοια η οποία εισήχθη στο χώρο του επιστητού πριν από περισσότερο από τριάντα χρόνια, ως ένας εννοιακός προσδιορισμός μιας νεοαναδυθείσας κατάστασης της οικόσφαιρας η οποία δεν ήταν δυνατό να περιγραφεί με τους προϋπάρχοντες όρους. Συνοπτικά, η νέα αυτή κατάσταση συνδέεται δεν εκφράζει, απλώς, την περιβαλλοντική υποβάθμιση μεμονωμένων οικοσυστημάτων και την περιβαλλοντική πίεση που ανέκαθεν ασκούσε ο μετασχηματισμός του βιοφυσικού περιβάλλοντος από τον άνθρωπο κατά την παραγωγική δραστηριότητα.

Σήμερα, στο σύγχρονο καπιταλισμό, ο ρυθμός μετασχηματισμού του βιοφυσικού περιβάλλοντος «ανταγωνίζεται» ευθέως τις βασικές βιογεωχημικές διεργασίες του πλανήτη, μεταβάλλοντας τις ισορροπίες εκείνες που επέτρεψαν την παρουσία και την εξέλιξη του ανθρωπίνου είδους, καθώς και άλλων «ανωτέρων» ειδών που συνδέονται στενά με αυτό ως βιοεξελικτικές ιστορίες.

Οι συνέπειες κάθε πίεσης στο φυσικό περιβάλλον που αντανακλούν στο ποιοτικό επίπεδο, μέσω κυρίως της κλιματικής αλλαγής, αλλά και της ανάδυσης του αδιάσπαστου της ενότητας των φυσικών διεργασιών της οικόσφαιρας, έχουν ανέλθει στο επίπεδο των «άμεσα απτών φαινομένων», τα οποία βιώνονται ολοένα εντονότερα από εκατομμύρια κατοίκους αυτού του πλανήτη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η διαρκώς αυξανόμενη συχνότητα εμφάνισης τυφώνων στις ακτές του Ατλαντικού και του Ειρηνικού, οι εντεινόμενες πλημμύρες, ξηρασίες και καύσωνες που πλήττουν Αμερική, Ευρώπη και Ασία, η ερημοποίηση μεγάλων εκτάσεων του πλανήτη που απειλεί το 39% του παγκόσμιου πληθυσμού, η διατάραξη του υδρολογικού κύκλου και η συνακόλουθη λειψυδρία που μαστίζει το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού, καθώς και οι πρόσφατες προβλέψεις για 1,8 δις ανθρώπων (30% του παγκόσμιου πληθυσμού) σε 50 χώρες που θα αντιμετωπίζουν συνθήκες απόλυτης έλλειψης νερού έως το 2025. Επίσης το 80% των ασθενειών, παγκοσμίως, οφείλεται στην κακή ποιότητα και στην έλλειψη νερού, ενώ 5000 παιδιά χάνουν τη ζωή τους καθημερινά από διάρροια.1 Σημαντικές είναι επίσης και οι έρευνες που αφορούν στον τομέα των τροφίμων. Συγκεκριμένα, σημαντικοί σιτοβολώνες του πλανήτη όπως αυτοί της Ουκρανίας και της Αυστραλίας σημειώνουν σημαντική μείωση στις ετήσιες σοδειές τους, ενώ πρόσφατες έρευνες υπογραμμίζουν ότι τα επόμενα 20 έτη η παραγωγή καλαμποκιού στην Αφρική θα μειωθεί κατά 30%. Ο κατάλογος των στοιχείων και των ερευνών που καταδεικνύουν την κρισιμότητα της κατάστασης συνεχίζει μακρύς, κατακλύζοντας τη διεθνή ειδησεογραφία.

Είναι πλέον έκδηλο το συμπέρασμα ότι η κατανάλωση ενέργειας στις ΗΠΑ και στην ΕΕ και η συνεπαγόμενη ατμοσφαιρική ρύπανση εξ αυτής επιδρά άμεσα στις ζωές των κατοίκων της υποσαχάριας Αφρικής, της Ασίας και της Νότιας Αμερικής, αφαιρώντας έως και το δικαίωμα της φυσικής τους επιβίωσης. Οι συνέπειες της καπιταλιστικής τεχνολογίας, του καταναλωτικού προτύπου και του επιβαλλόμενου τρόπου ζωής στο φυσικό και στο κοινωνικό περιβάλλον δεν μπορούν πλέον να μετατοπιστούν, μέσω της χρήσης της πρώτης στο χώρο και στο χρόνο. Οι δυνατότητες για τέτοιου είδους λειτουργίες, της καπιταλιστικής τεχνολογίας, έχουν πλέον περιοριστεί και συμπιεστεί χωροχρονικά. Το μέλλον διεισδύει στο παρόν με καταιγιστική ταχύτητα. Η οικολογική κρίση δεν αφορά μόνο στις επόμενες γενιές αλλά και στην παρούσα.


2. Η οικολογία και η μαρξική σκέψη

Σε αυτό το σημείο πρέπει να τονίσουμε ότι οι παρατηρούμενες σήμερα αλλαγές, είχαν ήδη διαφανεί περισσότερα από 150 έτη πριν. Καθόλου τυχαία δεν ήταν, σε εκείνη ακριβώς την ιστορική περίοδο, η ανάδυση της έννοιας της οικολογίας, από το Γερμανό βιολόγο E. Haeckel το 1866, ως ένας νέος, ιστορικά αναγκαίος, εννοιακός προσδιορισμός, που θα επέτρεπε την οικειοποίηση και την κατανόηση των νέων σχέσεων μεταξύ του επικρατούντος κοινωνικοοικονομικού συστήματος το οποίο θα μετασχημάτιζε τις σχέσεις μεταξύ ανθρωπίνων κοινωνιών και φύσης, ανάγοντας την καθυπόταξη της τελευταίας σε συστηματική αρχή θεσμισμένη σε πλήθος πτυχών της κοινωνικής οργάνωσης.2 Ανάλογης σημασίας είναι και η έννοια του οικοσυστήματος που εισήχθη από τον οικολόγο σοσιαλιστή Arthur Tansley, μαθητή του πολύ σημαντικού οικολόγου, σοσιαλιστή, υλιστή καθηγητή Ray Lankester, ο οποίος μάλιστα διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Μαρξ κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του τελευταίου. Η κριτική την οποία εκ των υστέρων δέχεται ο Μαρξισμός αλλά και οι ίδιοι οι Μαρξ και Ένγκελς για την υποτίμηση και την υποβάθμιση της οικολογίας στη σκέψη τους αποδεικνύεται από τα δεδομένα εντελώς λανθασμένη. Παρά τις σημαντικά διαφορετικές αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούσαν κατά τον 19ο αιώνα, οι Μαρξ και Ένγκελς μελετούσαν συστηματικά την επιστημονική παραγωγή στις φυσικές επιστήμες, έχοντας ήδη προσεγγίσει την ανταγωνιστική σχέση η οποία αναδυόταν από τις νέες παραγωγικές σχέσεις τις οποίες εισήγαγε βαθμηδόν ο καπιταλισμός σε σχέση με το φυσικό περιβάλλον και η οποία αποτυπωνόταν, ίσως με έναν πιο ευδιάκριτο τρόπο, στο πρώιμο αυτό στάδιο. Συγκεκριμένα ο Μαρξ μελετώντας τα έργα των H.Carey, J. Anderson αλλά κυρίως του Γερμανού χημικού Justus von Liebig – Η οργανική χημεία και οι εφαρμογές της στη γεωργία και στη φυσιολογία (1840) – που αποτελούσε το πρώτο ουσιαστικά έργο το οποίο τεκμηρίωνε το ρόλο συστατικών όπως το κάλιο, ο φώσφορος και το άζωτο στην ανάπτυξη των φυτών, επισήμανε τη διατάραξη του θρεπτικού κύκλου του εδάφους και της μεταβολικής διάδρασης μεταξύ ανθρώπου και γης, εισάγοντας και με έναν τρόπο το σύγχρονο θέμα της διαγενεακής ισότητας.3

Πέραν των Μαρξ και Ένγκελς, η οικολογική σκέψη στο σοσιαλιστικό και στο λεγόμενο Μαρξιστικό χώρο άνθησε με πλήθος θεωρητικών οι οποίοι επισταμένως ασχολήθηκαν με το ζήτημα όπως οι William Morris, Herny Salt, August Bebel, Nikolai Bukharin, N.I Vavilov, Hyman Levy κ.α.4 Βέβαια ο σταλινισμός ακρωτηρίασε και επί της ουσίας ενταφίασε όλη αυτή την παράδοση όπως και τόσες άλλες εκτρέποντας την Αριστερά για ακόμα μια φορά, καταδικάζοντάς τη μέχρι σήμερα σε μια απολογητική στάση για την πολλές φορές πράγματι αντι-οικολογική της πολιτική. Φυσικά το άνωθεν δεν αφορά στο σύνολο της αριστεράς αλλά πολύ περισσότερο δεν αφορά στη Μαρξική παράδοση και στη σύνδεσή της με την οικολογική σκέψη.


3. Κλιματική αλλαγή, IPCC και «πράσινη» πολιτική

Επιστρέφοντας στο παρόν είναι κρίσιμο να εξετάσουμε εάν, κατά πόσο, αλλά και με ποιο τρόπο οι κυρίαρχες κοινωνικά δυνάμεις του κεφαλαίου αντιμετωπίζουν τη νέα αυτή απειλή της οικολογικής κρίσης. Συχνά παρατηρείται το παράδοξο, κυρίως στο πολιτικό επίπεδο, του μη συστηματικού προσδιορισμού των προτάσεων και των μηχανισμών που έχουν κινητοποιήσει, εδώ και δεκαετίες οι κυρίαρχες αστικές δυνάμεις με αποτέλεσμα να απλώνεται ένα πέπλο που συσκοτίζει αυτές ακριβώς τις διαδικασίες. Ειδικότερα, παρατηρείται ένας εσωτερικός διαχωρισμός μεταξύ των πολιτικών εκφράσεων και πρωτευόντως των ιεραρχήσεων στις οποίες προβαίνουν οι ίδιες, βάσει των πολλαπλών συμφερόντων τα οποία εξυπηρετούν και εκπροσωπούν και άρα και του βαθμού της αποδοχής των συμπερασμάτων των διαφόρων μηχανισμών που «εποπτεύουν». Για παράδειγμα ο βαθμός αποδοχής των πορισμάτων της τέταρτης έκθεσης της Διακυβερνητικής Επιτροπής του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή αποτελεί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις κυβερνήσεις, τις οργανώσεις, τους φορείς και τα διάφορα κέντρα διαχείρισης του καπιταλιστικού συστήματος εξουσίας σε σχέση με τον οικολογικό προσανατολισμό τους, αποφεύγοντας τη δύσκολη ατραπό της επί της ουσίας συζήτησης επί των κριτηρίων, των παραδοχών και της μεθόδου και θεώρησης εντός της οποίας όλα τα παραπάνω (μαζί με τα αίτια δημιουργίας τους) εδράζονται. Έτσι αποτυπώνεται ένας εσωτερικός διαγκωνισμός διαφορετικών συμφερόντων της ίδιας της κυρίαρχης τάξης, ένας ανταγωνισμός δηλαδή μεταξύ κεφαλαίων τα οποία τοποθετούνται σε διαφορετικές σφαίρες παραγωγής, υπόκεινται σε ειδικούς χωρικούς περιορισμούς, έχουν εξασφαλίσει ειδικά προνόμια ως προς την διευρύμενη αναπαραγωγή τους, παρουσιάζουν διαφορετική τεχνική σύνθεση (Τ) κ.λπ.

Πρόσφατο θέατρο αυτών των ανταγωνισμών στο οποίο πρωταγωνίστησαν κυβερνήσεις, περιβαλλοντικές οργανώσεις και διεθνείς οργανισμοί αποτέλεσε η Συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή στο Μπαλί της Ινδονησίας τον περασμένο Δεκέμβρη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εμφανίζεται μια επίπλαστη διαχωριστική η οποία τείνει να συσκοτίσει της βασικές διαφορές τέμνοντας οριζόντια το πολιτικό φάσμα.

Πέραν οιωνδήποτε θεωριών εσωτερικής κατάρρευσης, οι κυρίαρχες δυνάμεις του κεφαλαίου έχουν εντοπίσει εδώ και τουλάχιστον τριάντα έτη τις αρρυθμίες ενός καθ’ όλα υπαρκτού για την εσωτερική τάξη του συστήματος προβλήματος και κινητοποιώντας τα μέσα και τους μηχανισμούς του, έχουν ήδη παραγάγει τις μεθόδους, τις τεχνικές και τα εργαλεία για τη δική του προσαρμογή. Πλέον επιχειρούν να επιτύχουν με δική τους πρωτοβουλία, και έχοντας απόλυτη «υπεροπλία» στα μέσα, μια νέα ισορροπία. Αυτή είναι η κίνηση που είναι ευρέως ορατή σήμερα, έχοντας εμφανιστεί στο προσκήνιο με μια ποικιλία μορφών (περιβαλλοντική οικονομία, περιβαλλοντικό δίκαιο, διασκέψεις, συμβάσεις, προσαρμογές αγορών, καταναλωτικά πρότυπα, κ.ά) οι οποίες πολλές φορές διαστρεβλώνονται και φέρονται ως εκφραστές άλλων διεργασιών, όπως προηγουμένως αναφέραμε. Από την άλλη πλευρά, οι δυναμικές που αναπτύσσονται σε τέτοιας κλίμακας μεταβολές επιφυλάσσουν σε πολλές περιπτώσεις εκπλήξεις που είναι πολύ δύσκολο, εάν όχι αδύνατο, να εκτιμηθούν εκ των προτέρων.

Λίγες μόνο δεκαετίες πριν η αστική αντίληψη περί, περίπου, δυνατότητας πλήρους υποκατάστασης του «φυσικού κεφαλαίου» από παραγμένο κεφάλαιο ήταν κυρίαρχη και εξέφραζε την αστική αισιοδοξία για την ανάπτυξη και την τεχνολογική πρόοδο (Robert Solow), καθώς επίσης και τη μέθοδο εξασφάλισης της διαγενεακής ισότητας. Σήμερα αυτή η άποψη έχει καταρρεύσει ακόμα και ανάμεσα στους πιο ένθερμους υποστηρικτές της καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι οποίοι πλέον αναγνωρίζουν ότι κρίσιμες ποσότητες και ποιότητες φυσικών διαθεσίμων θα πρέπει να προστατευτούν προκειμένου να καταστεί το ίδιο το σύστημα βιώσιμο. Αποφασιστική καμπή για την παγκόσμια τάξη του κεφαλαίου αποτέλεσε η αναφορά - μελέτη την οποία παρέδωσε το 1987 στη γενική συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών η Νορβηγίδα πρωθυπουργός Gro Harlem Brundtland με την ιδιότητα της προέδρου της Παγκόσμιας Επιτροπής για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη και η οποία τιτλοφορείτο «Our Common Future», («Το κοινό μας μέλλον»). Η ίδια κατά την κήρυξη του Παγκόσμιου Συνεδρίου για τη Μεταβαλλόμενη Ατμόσφαιρα το 1988 αναφέρθηκε στην «ανάγκη για μια ηθική που θα συνδέει την οικονομική ανάπτυξη με την περιβαλλοντική προστασία». Η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, η οποία έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 1992 στο Rio de Janeiro, με τη συμμετοχή περισσότερων από 148 κρατών, συγκέντρωσε την προσοχή της παγκόσμιας κοινότητας και επί της ουσίας επισφράγισε το νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα το οποίο έκτοτε θα αποτελούσε την προμετωπίδα των αναπτυξιακών πολιτικών των «προηγμένων» κρατών της Δύσης, αλλά και το νέο πλαίσιο εντός του οποίου θα διεξαγόταν, κατά κύριο λόγο, ο επιστημονικός διάλογος για την περιβαλλοντική προστασία. Η βιώσιμη ανάπτυξη5 θα κατέκλυζε έκτοτε τη συζήτηση για τις αναπτυξιακές πολιτικές σε διεθνές,6 ηπειρωτικό και «εθνικό» επίπεδο διατρέχοντας το πολιτικό φάσμα από τις δυνάμεις της Χριστιανοδημοκρατίας, των Ρεπουμπλικάνων, των Δημοκρατικών, των Σοσιαλδημοκρατικών, των Πράσινων και σε πολλές περιπτώσεις και της Αριστεράς.

Σε τι όμως συνίσταται το συγκεκριμένο υπόδειγμα; Πριν, συνοπτικά, αναφερθούμε στους στόχους, στις εσωτερικές δομικές παραδοχές και στη μεθοδολογία την οποία υιοθετεί το συγκεκριμένο υπόδειγμα, πρέπει να αναφέρουμε την κυρίαρχη άποψη μεταξύ των υπερασπιστών του νεοφιλελευθερισμού για την οικολογική κρίση, κατά την οποία αυτή δε συνίσταται σε μια αποτυχία της αγοράς αλλά σε μια αποτυχία του λογιστικού συστήματος, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονταν ποσότητες και ποιότητες φυσικών διαθεσίμων, οι οποίες ευθέως θα μετατρέπονταν σε «φυσικό κεφάλαιο» έτσι ώστε να αποτελούσαν αντικείμενο διαχείρισης, να προστατεύονταν και να αναπαράγονταν σύμφωνα με τους νόμους αναπαραγωγής και κίνησης του κεφαλαίου. Επομένως, δεν είναι οι νόμοι της αγοράς και του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής που ευθύνονται για την κατασπατάληση των φυσικών διαθεσίμων και για την υποβάθμιση των οικοσυστημάτων άλλα η απουσία τους. Βέβαια το οξύμωρο του σχήματος είναι πρόδηλο αφού οι ίδιες αυτές δυνάμεις ήταν κυρίαρχες σε οικονομικό, πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο και επομένως δική τους, σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα, ήταν η προαναφερθείσα επιλογή. Η ίδια ανάλυση επεκτείνεται και στα ελεύθερα και δημόσια αγαθά, όπου η ελλιπής προστασία τους ανάγεται ακριβώς στην έλλειψη δικαιωμάτων ιδιοκτησίας και άρα στην απουσία του συνόλου θεσμικών κανόνων και νομικών τίτλων οι οποίοι καθορίζουν τα ποικίλα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις στις οποίες υπόκεινται οι ιδιοκτήτες των αγαθών, καθώς επίσης και των χαρακτηριστικών εκείνων που απαιτούνται για την αποτελεσματική λειτουργία του μηχανισμού της αγοράς όπως είναι η καθολικότητα, η αποκλειστικότητα, η δυνατότητα μεταβίβασης και η δυνατότητα επιβολής και κατοχύρωσης.7 Σε σχέση με τα προαναφερθέντα και ιδιαίτερα με τα αγαθά ελευθέρας πρόσβασης αναπτύχθηκε το 1960 από το διάσημο οικονομολόγο R. H. Coase, ο οποίος βραβεύτηκε και με Νόμπελ Οικονομίας, θεώρημα για την περιβαλλοντική οικονομία, το θεώρημα Coase. Σύμφωνα με αυτό, σε περίπτωση ρύπανσης ενός πόρου ελεύθερης πρόσβασης, εάν παραχωρηθεί το δικαίωμα ιδιοκτησίας σε ένα από τα εμπλεκόμενα μέρη, τουτέστιν στον ρυπαίνοντα, ή στον αποδέκτη της ρύπανσης, θα αναπτυχθεί αυτόματα μηχανισμός συναλλαγής ο οποίος θα οδηγήσει στο άριστο επίπεδο ρύπανσης. Ή διατυπώνοντας αλλιώς την τελευταία πρόταση, θα μεγιστοποιηθεί το καθαρό κοινωνικό όφελος, καταλήγοντας σε μια εναλλακτική κατανομή κατά την οποία θα έχει επιτευχθεί η βέλτιστη κατανομή των διατιθέμενων πόρων και φυσικά θα έχει διασφαλιστεί και η προστασία του εν λόγω φυσικού πόρου. Βέβαια τα προβλήματα που συνεπάγονται οι σιωπηρές παραδοχές και τα άμεσα εισοδηματικά αποτελέσματα στα οποία οδηγεί η εφαρμογή του εν λόγω θεωρήματος θέτουν πάλι το ζήτημα της αναδιανομής προς όφελος συγκεκριμένων φορέων που στο εξής θα διαχειρίζονται τα άνωθεν αγαθά και βεβαίως μακροπρόθεσμα σηματοδοτούν τεράστια προβλήματα για την ίδια την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.

4. Το νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα της «βιώσιμης ανάπτυξης»

Η βιώσιμη ανάπτυξη, επομένως, ως το νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα του καπιταλισμού εδράζεται κατ’ αρχήν επί όλων των θεμελιωδών παραδοχών και των θεωρήσεων του νεοκλασικού ρεύματος της πολιτικής οικονομίας. Με άλλα λόγια «υιοθετεί» πλήρως της παραδοχές περί του αντικειμένου8 της πολιτικής οικονομίας που σχετίζεται με την επικρατούσα νεοκλασική σχολή. Χαρακτηριστικός, γλαφυρός ορισμός είναι αυτός του A. Marshall κατά τον οποίο, «Πολιτική οικονομία ή οικονομική είναι μια μελέτη της ανθρωπότητας, που ασχολείται με τη συνήθη επιχειρηματική δραστηριότητα που λέγεται ζωή».9 Η ανάδυση της νεοκλασικής σχολής της πολιτικής οικονομίας και η συγκρότησή της εδράστηκε πάνω σε ουσιοκρατικές και ατομικιστικές παραδοχές καθώς επίσης και στη θεωρία του ωφελιμισμού όπως αυτή διατυπώθηκε από τον J. Bentham. Συγκεκριμένα, ο άνθρωπος παρουσιάζεται ως εκείνο το ορθολογικό υποκείμενο, το οποίο έχοντας πλήρη επίγνωση των αναγκών του και καθοδηγούμενο από αυτές, καθώς και από το όφελος το οποίο αντλεί από την ικανοποίηση τους, οδηγείται στις επιλογές εκείνες που επιτελούν μια διττή διεργασία· από τη μια μεγιστοποιούν την απόλαυσή (το όφελος, την ηδονή) και από την άλλη ελαχιστοποιούν το άλγος και τη ζημία. Έτσι το άτομο και η σχέση του με τα αγαθά, την παραγωγή και την κατανάλωσή τους συγκροτείται εκτός της κοινωνίας και συγκεκριμένα ενυπάρχει στο κάθε μεμονωμένο άτομο. Ειδικότερα, ενώ το άτομο διεξάγει μια διαρκή μάχη ενάντια στον πόνο επιδιώκοντας την ηδονή, η οργάνωσή του σε κοινωνίες δεν παράγει καμία νέα κατηγορία, αντίθετα η «αθροιστική» φύση του ατόμου είναι κυρίαρχη στην περιγραφή της κίνησης και των δομών της κοινωνίας.10 Οι έννοιες της ανταλλακτικής αξίας και της αξίας χρήσης συναρθρώνονται σε ένα ενιαίο σχήμα στο οποίο η ανταλλακτική αξία συνάγεται εκ της αξίας χρήσεως, όπως αυτή τώρα προσδιορίζεται από το μεμονωμένο άτομο το οποίο, σύμφωνα με το υποκειμενικό όφελος που αντλεί από τη χρήση ενός αγαθού, αξιολογεί, ή ορθότερα εντός του συγκεκριμένου συστήματος δίδει τιμές στα αγαθά. Για αυτή τη διεργασία συγκροτήθηκε η έννοια της τακτικής χρησιμότητας και σχεδιάστηκαν οι καμπύλες αδιαφορίες για πρώτη φορά το 1881. Έτσι το άτομο (σε αυτή την περίπτωση καταναλωτής) ιεραρχεί την προτίμησή του για κατανάλωση συνδυασμών διαφορετικών ποσοτήτων, διαφορετικών αγαθών εκ του συνόλου των δυνατών συνδυασμών που έχει στη διάθεσή του. Συγκεκριμένα, μπορούμε να πούμε ότι για συγκεκριμένο εισοδηματικό περιορισμό ο καταναλωτής επιλέγει μια συγκεκριμένη δέσμη καταναλωτικών αγαθών, η οποία υπόκειται στη υποκειμενική του εκτίμηση και η οποία μεγιστοποιεί τη χρησιμότητα που απολαμβάνει. Τα «ανεξάρτητα» άτομα που απαρτίζουν την κοινωνία, κοινωνικοποιούνται μέσω των άνωθεν φυσικών αυτών ροπών και με κινητήρια δύναμη αυτή την «ωφελιμιστική-ορθολογική» τους φύση συγκροτούν μια ενότητα, η οποία διέπεται από εσωτερικούς οικονομικούς «φυσικούς νόμους» οι οποίοι καθορίζουν την κοινωνική εξέλιξη, εγγεγραμμένη στο κάθε άτομο ξεχωριστά.

Φυσικά εδώ τίθεται επιτακτικά το ερώτημα του πώς αυτά τα άτομα δεν προσέδωσαν τιμές και άρα αξία στα πιο ζωτικά για την ύπαρξή τους αγαθά τα οποία πλέον εξέπιπταν από τη σφαίρα των ελευθέρων αγαθών και άρα δεν προσφέρονταν σε ποιότητα και ποσότητα επαρκή για την καθολική κάλυψη της ζήτησης. Η διάσημη πλέον έκθεση του Nicolas Stern και της ομάδας του εκκινεί με τη διαπίστωση ότι η κλιματική αλλαγή σηματοδοτεί την ευρύτερη και πιο έκδηλη αποτυχία της αγοράς που έχει ποτέ παρουσιαστεί. Βεβαίως στη συνέχεια οι λύσεις που προτείνονται απαντούν με επέκταση, εμβάθυνση και «εξορθολογισμό» της αγοράς. Αυτές οι αντιφάσεις που βεβαίως μόνο ως τέτοιες δεν μπορούν να ιδωθούν εάν λάβουμε υπόψη ότι ο καπιταλισμός πάντα απαντά στις κρίσεις που αντιμετωπίζει με επέκταση και εμβάθυνση των κυρίαρχων καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων ακόμη και όταν απαιτείται ένα κύμα εκκαθαρίσεων σε διάφορες σφαίρες της παραγωγής, βρίσκονται στον πυρήνα των νέων αντιφάσεων που ταχέως αναδύονται.

Σε αυτό το πλαίσιο το υπόδειγμα της βιώσιμης ανάπτυξης αποτελεί μαζί με τις όποιες συμβάσεις, συνθήκες, πρωτοκόλλα, οδηγίες αρχές κ.λπ. το ακολουθούν, την κίνηση των ίδιων των κυρίαρχων κοινωνικά δυνάμεων για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας του συστήματος, εξασφαλίζοντας τις καπιταλιστικώς αναγκαίες ποιότητες και ποσότητες φυσικών διαθεσίμων, προωθώντας παράλληλα και έναν «εξορθολογισμό» (κατά το ίδιο, ή έναν νέο παραλογισμό) της κίνησης του παγκόσμιου κεφαλαίου στο πλαίσιο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης με την εσωτερίκευση τμήματος των εξωτερικών οικονομιών (του κόστους δηλαδή που εξωτερικεύεται στην κοινωνία, αλλά και από τη μια επιχείρηση στην άλλη, από την εκπομπή ρύπανσης, κατά την παραγωγική δραστηριότητα). Υπό αυτές τις συνθήκες επιχειρεί να ενσωματώσει και τις οικολογικές ανησυχίες των πολιτών-καταναλωτών του Βορρά προσπαθώντας να δημιουργήσει την απαραίτητη ενεργό ζήτηση, η οποία θα αποτελέσει την οδό δια της οποίας θα αναπτύσσονται οι φιλο-περιβαλλοντικές τεχνολογίες, οι αγορές περιβαλλοντικών αγαθών, με επίπεδα κερδοφορίας τέτοια ώστε να ανταγωνίζονται τις υπόλοιπες σφαίρες οικονομικής δραστηριότητας. Το παραπάνω καθιστά πρόδηλη την απόλυτη κυριαρχία του καπιταλιστικού κριτηρίου της οικονομικής αποτελεσματικότητας, που βρίσκεται στον πυρήνα του κοινωνικοοικονομικού συστήματος, σε σχέση με αυτό της προστασίας του περιβάλλοντος, που υποτίθεται ότι συναρθρώνονται εντός του υποδείγματος της βιώσιμης ανάπτυξης. Ταυτόχρονα σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί το δούρειο ίππο για την περαιτέρω εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών, μετακυλώντας το κόστος της προστασίας του περιβάλλοντος στην κοινωνία ως σύνολο και υπάγοντας στο κεφάλαιο ζωτικές λειτουργίες της ανθρώπινης αναπαραγωγής, συμπιέζοντας κατ’ ουσίαν το εισόδημα των εργαζομένων, προβάλλοντας παράλληλα συνθήματα όπως:




Πρέπει να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας,


Πρέπει να δοθούν κίνητρα (επιδοτήσεις) για την υιοθέτηση αντιρυπαντικής τεχνολογίας από τις επιχειρήσεις,


Το μέλλον σε σχέση με το περιβάλλον είναι υπόθεση καθενός μας (φυσικά ως ιδιώτη και καταναλωτή),


Πρέπει όλοι να συνεισφέρουμε στο πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών (εθελοντική εργασία αντί κοινωνικών υπηρεσιών, έμεση φορολογία για τη δημιουργία ταμείων περιβάλλοντος) κ.λπ.




Σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις τέτοιες δραστηριότητες θα αποτελέσουν την αιχμή των επενδυτικών δράσεων του κεφαλαίου, λόγω της αυξημένων ποσοστών κέρδους που εμφανίζουν.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της καταβολής επιδοτήσεων για την υιοθέτηση φιλο-περιβαλλοντικών τεχνολογιών και γενικά για τον περιορισμό της ρύπανσης όπου μεταβιβάζονται εισοδήματα προς εκείνους που ρυπαίνουν, δηλαδή, μεταβιβάζεται ευθέως η προστασία του περιβάλλοντος και της αποφυγής της ρύπανσής του στα ευρεία κοινωνικά στρώματα, τα οποία και υφίστανται τις αρνητικές συνέπειες της ρύπανσης, με την άντληση πόρων από τη γενική φορολογία και κατευθύνοντάς τους προς τις επιχειρήσεις οι οποίες ρυπαίνουν. Η πράξη αυτή αντιβαίνει στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» (η οποία φυσικά είναι μια αρχή του δικαίου περιβάλλοντος, εντός των εγκαθιδρυμένων αρχών του, στον παρόντα συσχετισμό δυνάμενων), ενώ από πλευράς κοινωνικής δικαιοσύνης πραγματοποιείται ανακατανομή εισοδήματος προς όφελος των επιχειρήσεων.

Αυτός είναι και ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους οι επιχειρήσεις προτιμούν το συγκεκριμένο μέτρο έναντι άλλων που εφαρμόζονται. Επίσης, οι επιδοτήσεις ανά μονάδα μείωσης της ρύπανσης μειώνουν το μέσο κόστος ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος, με αποτέλεσμα να αυξάνουν ceteris paribus τα κέρδη των επιχειρήσεων. Η παραμονή ή η είσοδος σε μια σφαίρα οικονομικής δραστηριότητας αφορά την εξασφάλιση κερδών σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα κατά το οποίο διενεργείται αξιολόγηση ενός επενδυτικού σχεδίου, ή η μελέτη οικονομικής βιωσιμότητας. Ο παράγοντας της καταβολής επιδοτήσεων επιδρά θετικά τόσο στη διατήρηση μη οικονομικά «βιωσίμων» επιχειρήσεων, όσο και στην επέκταση της παραγωγικής δραστηριότητας σε έναν κλάδο, αλλά ακόμα και στην είσοδο νέων επιχειρήσεων στον συγκεκριμένο κλάδο. Κατ’ αυτόν τον τρόπο εάν δεχτούμε ότι οι εκπομπές ρύπανσης αποτελούν γενικά μια αύξουσα ή σταθερή συνάρτηση της παραγωγής ενός συγκεκριμένου προϊόντος, είναι δυνατόν να μειωθεί η μέση εκπεμπόμενη ρύπανση ανά μονάδα προϊόντος, ή ανά επιχείρηση, αλλά η συνολική εκπεμπόμενη ρύπανση από το συγκεκριμένο κλάδο να αυξηθεί, αφού η αύξηση της παραγωγής θα υπερκαλύψει τη σχετική μείωση από την, όποια, υιοθέτηση αντιρρυπαντικής τεχνολογίας. Γενικά, μπορούμε να πούμε ότι οι επιδοτήσεις ρίχνουν ή διατηρούν σταθερό το ιδιωτικό κόστος παραγωγής ενός προϊόντος ευνοώντας την παραγωγή του σε υψηλά επίπεδα.

5. Απο-υλοποίηση και «αβαρής» οικονομία

Ένα «συναφές», θα μπορούσαμε να πούμε, ιδεολόγημα αλλά με πολύ ευρύτερες συνέπειες, το οποίο επίσης, εν τέλει, αποδεικνύεται ότι είναι περισσότερο προέκταση του προβλήματος και σίγουρα όχι τμήμα της λύσης είναι αυτό της «απο-υλοποίησης». Πολλοί από τους οικονομολόγους του περιβάλλοντος οι οποίοι, φυσικά, εντάσσονται εντός τους κυρίαρχου ρεύματος της νεοκλασικής σχολής υποστήριξαν ότι ο καπιταλισμός και η καπιταλιστική ανάπτυξη ωθείται σε μια αβαρή κατεύθυνση. Συγκεκριμένα, στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες έχει σήμερα επικρατήσει η φυσική τάση της αποσύνδεσης της οικονομικής μεγέθυνσης και της συσσώρευσης από τις εισροές ενέργειας και πρώτων υλών και άρα από την απόρριψη αποβλήτων και την εκπομπή ρύπων στο περιβάλλον, ή για να είμαστε πιο ακριβείς οι εισροές στα παραπάνω, ανά μονάδα μεγέθυνσης του ΑΕΠ έχουν μειωθεί σημαντικά και συνεχίζουν να βαίνουν μειούμενες. Κατά συνέπεια, φαίνεται ότι ο καπιταλισμός αποτελεί τελικά ο ίδιος τη λύση στα οικολογικά προβλήματα τα οποία σήμερα «τρομοκρατούν το μέλλον», αφού η φυσική του τάση για συνεχή αύξηση της ενεργειακής του αποδοτικότητας, με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών, θα οδηγήσει στη οικολογική ισορροπία. Η πραγματικότητα βεβαίως είναι σημαντικά διαφορετική και συγκεκριμένα πάρα τις μειώσεις, που πράγματι παρατηρούνται σε πολλές από τις αναπτυγμένες χώρες, στις αναλογίες εκροής υλών ανά μονάδα ΑΕΠ, η κατά κεφαλήν ροή αποβλήτων στις ίδιες χώρες αυξάνει, ενώ επίσης αυξάνουν σε απόλυτα μεγέθη τόσο η χρήση πρώτων υλών και ενέργειας, όσο και η αποβολή υλών στο περιβάλλον.

Διάγραμμα 1: DOMESTIC MATERIAL OUTPUT (Domestic Processed Output

DPO), 1975–1996

Πηγή: The Weight of Nations: Material Outflows from Industrial Economies, World Resources Institute, 2000, pg. 18

Τα οφέλη από την αύξηση της αποδοτικότητας από την εισαγωγή νέας τεχνολογίας έχουν πλήρως αντισταθμιστεί από την αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης αναφέρει η έκθεση, «περί του βάρους των εθνών».11

Αυτή όμως η τελευταία διαπίστωση κατατείνει σε αυτό που οι οικονομολόγοι της οικολογίας ονομάζουν παράδοξο του Jevons.12 Το ισχυρότερο παράδειγμα σήμερα επιβεβαίωσης αυτού του παράδοξου, για τα ορθόδοξα οικονομικά, είναι αυτό του αυτοκινήτου. Τις τελευταίες δεκαετίες οι μηχανές γίνονται συνεχώς ενεργειακά πιο αποδοτικές, καταναλώνοντας λιγότερα καύσιμα, η ζήτηση αυτοκινήτων, παρ’ όλα ταύτα, αυξάνει με ακόμα μεγαλύτερους ρυθμούς. Από ανάλογα παραδείγματα βρίθει η σύγχρονη ιστορία. Γενικεύοντας, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το ιδεολόγημα της αποϋλοποίησης άκρως ανιστόρητο καθώς η διαρκής τεχνολογική «πρόοδος» και η συνακόλουθη μείωση των υλικών εισροών ανά μονάδα ΑΕΠ αποτελούν πάγια χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, καθ’ όλη την ιστορική του πορεία.



6. Περιβαλλοντική οικονομία και «βιώσιμη ανάπτυξη»

Επιστρέφοντας, στις τεχνικές και στα «εργαλεία» που μετέρχεται ο καπιταλισμός προκειμένου να θεμελιώσει το νέο αναπτυξιακό του υπόδειγμα και να ρυθμίσει τα προβλήματα που απειλούν την ίδια την εσωτερική του τάξη είναι χρήσιμο να αναφερθούμε σε ορισμένα από αυτά, που άπτονται της περιβαλλοντικής οικονομίας, συγκροτώντας τα θεμέλια των μέτρων που λαμβάνονται (π.χ. φορολόγηση των εκπομπών ρύπανσης, επιδοτήσεις, άδειες ρύπανσης, επιστρεφόμενες εγγυήσεις κ.λπ.) και είναι ευρέως ορατά σήμερα ως η προμετωπίδα των πολιτικών για το περιβάλλον.

Τα προβλήματα προστασίας του περιβάλλοντος αφορούν σε μεγάλο βαθμό, όπως διατείνονται οι αστοί οικονομολόγοι, στην ύπαρξη εξωτερικών οικονομιών και μάλιστα αρνητικών, ενώ επίσης εμφανίζεται το φαινόμενο της πλήρους αδυναμίας του μηχανισμού της αγοράς να κατανείμει στις συγκεκριμένες περιπτώσεις τους διατιθέμενους πόρους με άριστο τρόπο, οπότε εκεί έχουμε την παρέμβαση της πολιτείας με τη λήψη μέτρων (φόροι, επιδοτήσεις, άδειες ρύπανσης, διοικητικές ρυθμίσεις των ορίων των εκπεμπόμενων ρύπων, κ.λπ.) τα οποία «διορθώνουν» την αδυναμία της αγοράς προκειμένου να μεγιστοποιηθεί το κοινωνικό όφελος.

Σε αυτό το σημείο χρησιμοποιείται το κριτήριο Pareto, προκειμένου να μεγιστοποιηθεί το καθαρό κοινωνικό όφελος το οποίο ορίζεται ως η διαφορά του συνολικού οφέλους και του συνολικού κόστους. Κατανοούμε λοιπόν ότι εδώ υπεισέρχονται δύο έννοιες, το όφελος ή η χρησιμότητα που απολαμβάνει ο καταναλωτής και το κέρδος του παραγωγού, που και αυτό μπορεί να ιδωθεί ως όφελος του παραγωγού. Συγκεκριμένα, μια κατανομή πόρων θεωρείται άριστη κατά Pareto όταν δεν επιδέχεται μεταβολής τέτοιας που να βελτιώνει τη θέση ενός ή περισσοτέρων οικονομικών υποκειμένων χωρίς να χειροτερεύει τη θέση άλλων. Η εφαρμογή του εν λόγω κριτηρίου συνεπάγεται πληθώρα προβλημάτων τα οποία μάλιστα εντοπίζονται και από «ορθόδοξους» οικονομολόγους. Ειδικότερα, σύμφωνα με το κριτήριο της δυναμικής αποτελεσματικότητας μια κατανομή σε Τ χρονικές περιόδους θεωρείται άριστη κατά Pareto όταν μεγιστοποιείται η καθαρή παρούσα αξία του καθαρού οφέλους των διαφόρων χρονικών περιόδων. Το κριτήριο αυτό της δυναμικής αποτελεσματικότητας συναντά έντονη κριτική και αμφισβήτηση, αφού με δεδομένο το θετικό επιτόκιο προεξόφλησης, σχεδόν στο σύνολο των περιπτώσεων, αποδίδεται πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα στις παρούσες καθαρές χρηματοροές, καθώς και σε αυτές του εγγύς μέλλοντος, αποδίδοντας πολύ λιγότερη σημασία σε αυτές που αφορούν στο απώτερο μέλλον. Κατ’ αυτόν τον τρόπο επενδυτικά σχέδια, ή οικονομικές δραστηριότητες που προεκτείνονται μακροχρόνια χαρακτηρίζονται ως μη αποδοτικές, σύμφωνα με αυτό το κριτήριο. Βεβαίως, το κριτήριο αυτό συμβαδίζει και με την εμπειρική –άμεσα ωφελιμιστική στάση ενός μεμονωμένου ατόμου (επιχειρηματία), για το οποίο η διάσταση του μέλλοντος είναι εντελώς διαφορετική από αυτή που αφορά στο μέλλον της οικόσφαιρας. Η εφαρμογή του κριτηρίου αυτού εγκυμονεί τους κινδύνους της εξάντλησης των φυσικών πόρων και της ευρείας υποβάθμισης της ποιότητας του περιβάλλοντος με την παραγωγή ρύπανσης σε επίπεδα που υπερβαίνουν, όλο και περισσότερο, τη φέρουσα ικανότητα του περιβάλλοντος.

Έτσι, οι μελλοντικές γενεές ενδέχεται να βρεθούν προ μιας σημαντικά δυσχερέστερης θέσης, έναντι αυτής των σημερινών. Εδώ τίθεται το σημαντικό θέμα της διαγενεακής ισότητας. Οι οικονομολόγοι σε αυτό το θέμα απαντούν ουσιαστικά με τον εξής τρόπο: Σύμφωνα με το κριτήριο της δυναμικής αποτελεσματικότητας μπορεί να εξασφαλιστεί παραγμένο κεφάλαιο το οποίο θα ήταν δυνατόν να επενδυθεί, σε μελλοντικές περιόδους, σε κεφαλαιουχικά αγαθά τα οποία θα αντιστάθμιζαν την προκληθείσα καταστροφή της φύσης, εξασφαλίζοντας ίση ευημερία στις μελλοντικές γενεές. Βεβαίως αυτό συμβαίνει ούτως ή άλλως με τη διαδικασία διαρκούς συσσώρευσης του κεφαλαίου, το οποίο διαρκώς επενδύεται και αυξούμενο επανεπενδύεται για να αυξηθεί εκ νέου, στην παραγωγική διαδικασία που αντιστοιχεί στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Επίσης, η «αντιστάθμιση» διενεργείται με τους όρους και τον ορισμό της αξίας ο οποίος έχει υιοθετηθεί από το παρόν παραγωγικό σύστημα, προεξοφλώντας τη σταθερότητά τους στο μέλλον προκειμένου να ισχύει η υπόθεση, ενώ επιπλέον κρίνονται ως ουσιαστικά ανάλογες οι επιθυμίες των απουσών μελλοντικών γενεών με τις σημερινές, σε σχέση με την αξιολόγηση της χρησιμότητας που απολαμβάνουν.

Το σημαντικότερο, παρά ταύτα, πρόβλημα του κριτηρίου Pareto είναι ότι αυτό περιλαμβάνει σιωπηρές αξιολογικές κρίσεις και παραδοχές. Οι σοβαρότερες από αυτές αφορούν το status quo της κατανομής των πόρων, αδυνατώντας συλλάβει καταστάσεις αναδιανομής και να συγκρίνει επίπεδα χρησιμότητας όπου άλλοι ωφελούνται και άλλοι θίγονται από μια κατανομή, αφού προϋπόθεση της άριστης κατανομής είναι ότι δεν είναι δυνατόν να χειροτερεύει η θέση κανενός. Έτσι, δεν είναι δυνατό να ικανοποιήσει κριτήρια δικαιότερων κατανομών αφού στηρίζεται στις αρχικές κατανομές και θέτει εκτός ανάλυσης οποιαδήποτε ανακατανομή πόρων στα άτομα της κοινωνίας εκ των ήδη διανεμηθέντων. Επιπλέον, σε πολλές περιπτώσεις η άριστη κατανομή κατά Pareto δεν αφορά σε μοναδική λύση, αλλά σε πλήθος εναλλακτικών «άριστων» κατανομών τις οποίες δεν είναι δυνατόν να αξιολογήσει, έτσι ώστε η επιλογή μεταξύ αυτών να συντελείται με άλλα «κρυφά» κριτήρια (Βλάχου 2001).

Τα προηγούμενα παραδείγματα καθιστούν εμφανή την προσήλωση όλων των μεθόδων και των τεχνικών οι οποίες σήμερα χρησιμοποιούνται προκειμένου να ανασχέσουν την επιτάχυνση της οικολογικής κρίσης, στις παραδοχές και στις θεωρήσεις οι οποίες υιοθετήθηκαν προκειμένου να θεμελιωθούν a posteriori οι νέες σχέσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, οι οποίες βέβαια επιβλήθηκαν από τις εκβάσεις της ταξικής πάλης.

7. Η κατάρρευση της θεωρητικής βάσης

Η νεοκλασική περιβαλλοντική οικονομία, αποτελεί την εκ των έσω διάψευση των παραδοχών επί των οποίων εδράζεται η κυρίαρχη οικονομική θεωρία. Η σπάνις (διάθεση λιγότερη της επιθυμητής) αγαθών όπως η ποιότητα του περιβάλλοντος δε συνεπάγεται την άμεση απόδοση σε αυτά οικονομικής αξίας, κατά τις επιταγές της νεοκλασικής θεωρίας. Το ίδιο μπορούμε να πούμε, αντιστρέφοντας, ότι συμβαίνει για τις εξωτερικές οικονομίες των οποίων το όφελος (απώλεια οφέλους) δεν γίνεται αντιληπτό από τα μεμονωμένα ορθολογικά υποκείμενα, τα οποία ενεργούν με κριτήριο το ατομικό τους όφελος και των οποίων οι επιλογές αθροιζόμενες ατομικά και μεμονωμένα «αντιπροσωπεύουν» ολόκληρη την κοινωνία.

Πράγματι, το ενοποιημένο, για τη νεοκλασική θεωρία, άτομο (επιχειρηματίας, παραγωγός, εργαζόμενος, καταναλωτής) το οποίο κυβερνάται από τη φυσική του ροπή της μεγιστοποίησης του οφέλους που απολαμβάνει, αποδίδοντας σχετικές αξίες στα αγαθά και στις υπηρεσίες που καταναλώνει, δημιουργώντας επί της ουσίας το σύστημα της αγοράς, ως αυτονόητη τεχνική προέκταση της φυσικής του συμπεριφοράς, η οποία είναι «εγγεγραμμένη» στα κύτταρά του, αποτυγχάνει να αξιολογήσει και να αποδώσει αξία και εν συνεχεία αποτελεσματικές τιμές εντός της αγοράς, στις πιο ζωτικές υπηρεσίες και στα πιο ζωτικά αγαθά που απολαμβάνει και προέρχονται από το φυσικό περιβάλλον.

Επομένως, τα άτομα δεν είναι δυνατό να αποτιμήσουν ορθώς το όφελος που απολαμβάνουν, ούτε να μεταβάλλουν τις σχετικές αξίες των αγαθών με τρόπο αποτελεσματικό. Και στον τομέα της παραγωγής όμως δεν συμβαίνει κάτι δομικώς διαφορετικό. Το φυσικό περιβάλλον δεν αποτιμάται ορθώς και αποτελεσματικά στο πλαίσιο του οριακού κόστους, βάσει του οποίου θα έπρεπε κάθε προϊόν να διατίθεται με κριτήριο την εξασφάλιση της αποτελεσματικότερης κατανομής των πόρων στο σύνολο της οικονομίας.

Αποτέλεσμα όλων αυτών ο εξωγενής τώρα προσδιορισμός της αξίας, με τεχνικές όμως που ενώ προσπερνούν τη δομική αποτυχία των θεμελιωδών παραδοχών, υιοθετούν τα επόμενα επίπεδα ανάλυσης, χρησιμοποιώντας τις μεθόδους και τις τεχνικές της μικροοικονομικής θεωρίας. Συγκεκριμένα, ενώ οι θεμέλιες υποκειμενικές και εμπειρικές θεωρήσεις παραμένουν, αποτελώντας τη βάση ολόκληρου του νεοκλασικού οικοδομήματος, με τη νεοκλασική θεωρία της αξίας να βρίσκεται ακριβώς στον πυρήνα του, έχοντας αποτύχει, εν τοις πράγμασι, να αποδώσει στη φύση κοινωνικά αποδεκτή (εντός της δικής της κυρίαρχης ιδεολογίας) και «οικονομικά αποτελεσματική» αξία, επιχειρείται σήμερα η υπέρβαση της οικολογικής κρίσης με τη χρήση οικονομικών εργαλείων τα οποία στηρίζονται σε αυτό ακριβώς το υπόβαθρο.

Βεβαίως, σύμφωνα με τον νεοκλασικό ορισμό των ελευθέρων και δημοσίων αγαθών, δεν θα έπρεπε να εμφανίζονται τα φαινόμενα της απουσίας αγορών, ή των ατελών και αναποτελεσματικών αγορών, εφόσον τα εν λόγω αγαθά και υπηρεσίες δεν διατίθενται σε υπερεπαρκείς για τη δεδομένη ζήτηση ποσότητες (π.χ. έλλειψη καθαρού αέρα στις πόλεις, καθαρές παραλίες κ.ο.κ.). Το σύστημα της αγοράς, ή μάλλον ο αποτελεσματικός εκείνος μηχανισμός της αγοράς θα έπρεπε αυτομάτως να παραχθεί και εν συνεχεία να αυτορυθμιστεί, μεγιστοποιώντας το καθαρό όφελος εκάστου ατόμου και άρα και της κοινωνίας, σε όρους αξίας, ως η οικονομική έκφανση του φυσικού νόμου ο οποίος διέπει τις κοινωνικές σχέσεις.

Αντιθέτως, αυτό δεν συμβαίνει διότι ενώ η έρευνα, που παράγεται εντός του συγκεκριμένου συστήματος και της ιδεολογίας που το συνοδεύει, αποφαίνεται ότι ο άνθρωπος αντιμετωπίζει σημαντικές απώλειες οφέλους και απειλείται με ακόμα περισσότερες, όταν τα άτομα δεν αντιδρούν, συνεχίζοντας να προσδίδουν μηδενική οικονομική αξία σε αγαθά τα οποία στερούνται, σε οικονομικό επίπεδο, ακόμα και όταν βιώνουν άμεσες συνέπειες, καμία αυθόρμητη-αυτόματη-αυτονόητη αλλαγή δε συντελείται.

Οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί η περιβαλλοντική οικονομία, αφορούν στη δημιουργία υποθετικών αγορών με την παροχή πληροφόρησης στα άτομα και την κατ’ ουσίαν εκμαίευση των αξιών των περιβαλλοντικών αγαθών και των υπηρεσιών, για την εν συνεχεία οικονομική τους αποτίμηση και την κατασκευή των καμπυλών ζήτησης. Μέθοδοι αντιπαραβολής με οικονομικά αγαθά επίσης χρησιμοποιούνται προκειμένου να κατασκευασθούν οι καμπύλες αδιαφορίας. Φυσικά, οι πολιτικές που εφαρμόζονται παρέχουν την αναγκαία πληροφόρηση και την προβολή για την κατανόηση της αναγκαίας δαπάνης η οποία πρέπει να πραγματοποιηθεί. Η αγορά δημιουργείται με εξωγενή παρέμβαση, με τρόπους οι οποίοι συνδέονται με το κοινωνικό περιβάλλον, με τις δομές του, την οργανωμένη πολιτεία και το κράτος, και σε καμία πάντως περίπτωση δεν εκπορεύονται από κάποιο «φυσικό νόμο» ανάλογο με αυτούς που θεμελιώνουν τη νεοκλασική οικονομική θεωρία.

Σε άλλες περιπτώσεις οι αξίες των περιβαλλοντικών αγαθών γίνεται προσπάθεια να ανιχνευτούν και να απομονωθούν μέσα από τις πεπλεγμένες τους τιμές, στις αναλύσεις αγορών ωφέλιμων χαρακτηριστικών. Το περιβάλλον και ιδιαίτερα η ποιότητα αυτού καταβάλλεται προσπάθεια να προσδιοριστεί ως υποκατάστατο, ή συμπληρωματικό αγαθό, προϊόντων που προσφέρονται ήδη στην αγορά και δια αυτού του έμμεσου τρόπου να αποτιμηθεί οικονομικά. Όλα τα παραπάνω καταδεικνύουν την αδυναμία να προσδοθεί αξία στο φυσικό περιβάλλον, κατά έναν τρόπο που να υπερβαίνει τον υποκειμενικό εμπειρισμό, που να μην είναι εξωγενής και να εδράζεται σε «νόμους» και αιτιακές σχέσεις οι οποίες να αποδίδουν αξία στο φυσικό περιβάλλον.

Εάν μάλιστα επεκτείνουμε τα συμπεράσματά μας λίγο περισσότερο θα δούμε ότι η α-ιστορική, ατομικιστική και ουσιοκρατική προσέγγιση του θεωρητικού υποδείγματος της νεοκλασικής σχολής αντιμετωπίζει και άλλα τεραστίας διάστασης προβλήματα. Ένα εκ των σημαντικότερων είναι ότι μαζί με την αναφορά στην «εν σπέρματι» ικανότητα του ατόμου να αποδίδει σχετικές αξίες, υιοθετεί και τον ορίζοντα στον οποίο τοποθετεί αναπόδραστα εαυτόν κάθε άτομο ξεχωριστά, με συνέπεια οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας να αναπτύσσονται με επιλογές χρονικού ορίζοντα μεμονωμένου ατόμου. Ο χρόνος δηλαδή κατακερματίζεται με μέτρο την ενεργό συνείδηση του μεμονωμένου ατόμου, ενώ η κοινωνία ως μια εντελώς διαφορετική κατηγορία με άλλη σύνδεση με τον χρόνο απουσιάζει. Στην αντίπερα όχθη η οικολογική κρίση, μας εισάγει σε εντελώς νέες συνθήκες οι οποίες επιτάσσουν ολιστικές προσεγγίσεις, επιβάλλοντας την ένταξη της κλίμακας του χρόνου κατά τρόπο πρωτόγνωρο, ιστορικά, για τον άνθρωπο στις κοινωνικές δομές και στις επιστήμες.


8. Ανάπτυξη, βιώσιμη ανάπτυξη και το κίνημα της απο-ανάπτυξης

Ως πρόταση απέναντι στο σύγχρονο οικολογικό πρόβλημα εμφανίζεται και η ριζοσπαστική κριτική της απο-ανάπτυξης (decroissance ή degrowth) που όμως αντιμετωπίζει το ζήτημα της ανάπτυξης από τη σκοπιά του περιεχομένου το οποίο ακριβώς εκλαμβάνει στον καπιταλισμό, στον οποίο η οικονομική μεγέθυνση για την μεγέθυνση είναι αυτοσκοπός και εγγράφεται στον πυρήνα της καπιταλιστικής οικονομίας και παραγωγής. Ο παραγωγισμός κατά μια έννοια αποσυνδέεται από τον καπιταλισμό και αποκτά μια στρεβλή και εν τέλει επικίνδυνη «αυτοτέλεια». Έτσι η έννοια της ανάπτυξης παραδίδεται έρμαιο στο αστικό φαντασιακό και εκλαμβάνεται σε κάθε μορφή της ως μια νέα αποικιοκρατία με άλλα μέσα. Οι πρόσφατες εμφανίσεις της με «επιθετικό προσδιορισμό» («αυτοδύναμη», «ενδογενής», «συμμετοχική», «ισόρροπή», «κοινοτική», «ολοκληρωμένη», «αυθεντική», «δίκαιη», «ενδο-ανάπτυξη», «εθνο-ανάπτυξη», κ.λπ.) θεωρούνται από την προσέγγιση αυτή ως μια προσπάθεια εξαγνισμού της από τις αρνητικές συνέπειές της οι οποίες εκλαμβάνονται ως παρεκκλίσεις και στρεβλώσεις και δεν αφορούν στον πυρήνα της, ο οποίος αποτελεί κατά το νεωτερικό φαντασιακό ενσάρκωση του καλού.

Στην προμετωπίδα αυτής της προσπάθειας βρίσκεται η βιώσιμη-αειφόρος ανάπτυξη με την οποία διασώζονται οι παλιές ιδέες. Το φλέγον ζήτημα είναι εάν η ανάπτυξη ως έννοια και περιεχόμενο μπορεί να σημασιοδοτηθεί αποκλειστικά και μόνο από την κυρίαρχη ιδεολογία και από το επικρατούν κοινωνικοοικονομικό σύστημα αποτελώντας de facto μια λέξη φετίχ όπως αποφαίνεται ο Γκίλμπερτ Ριστ, δηλαδή εάν πρόκειται για ένα ιστορικό ή για ένα οικουμενικό δεδομένο.

Η κριτική του συγκεκριμένου ρεύματος το οποίο εκκινεί από τον Nicolas Georgescu-Roegen και βασίζεται στη θέση περί συνεχούς αύξησης της εντροπίας της οικόσφαιρας, με αποτέλεσμα τη διαρκή υποβάθμισή της, εισάγει την ιδέα της ελάττωσης της οικονομικής δραστηριότητας. Σήμερα προστίθενται άλλα δύο μεγέθη τα οποία καταδεικνύουν αυτή την ανάγκη: αυτό του «οικολογικού αποτυπώματος» το οποίο ήδη ξεπερνά το 120% του πλανήτη (που σημαίνει ότι σήμερα η ανθρωπότητα χρησιμοποιεί φυσικούς πόρους που θα έπρεπε να αντιστοιχούν σε 1,2 πλανήτες όπως η γη) και θα έφθανε το 500% εάν όλοι του οι κάτοικοι κατανάλωναν με το ρυθμό των κατοίκων των Η.Π.Α, καθώς επίσης και ο σύνθετος δείκτης του Χέρμαν Ντάλι (Genuine Progress Indicator, Αυθεντικός Δείκτης Προόδου), ο οποίος διορθώνει το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, αφαιρώντας το κόστος που συνεπάγεται η ρύπανση και η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, και ο οποίος, εφαρμοζόμενος στην οικονομία των Ηνωμένων Πολιτειών από τη δεκαετία του 1970, δείχνει ότι παρά την αύξηση του ΑΕΠ, η πρόοδος (μετρούμενη με τον Αυθεντικό Δείκτη Προόδου) βρίσκεται σε στασιμότητα ή μειώνεται. Συνεπώς η οικονομική μεγέθυνση είναι ένας μύθος ακόμα και στην καταναλωτική κοινωνία της ελεύθερης αγοράς και της μεγέθυνσης.

Οι δύο σκόπελοι οι οποίοι πρέπει πάση θυσία να αποφευχθούν στο πολιτικό επίπεδο σύμφωνα με θεωρητικούς οι οποίοι ασκούν κριτική στο εν λόγω κίνημα είναι: πρώτον, αυτός της ομοιόμορφης ελάττωσης της οικονομικής δραστηριότητας για όλους, τόσο για εκείνους που ζουν στην αφθονία όσο και για τους λιμοκτονούντες πληθυσμούς για τους οποίους δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι η απόλυτη έλλειψη των στοιχειωδών αποτελεί προβολή των δυτικών αντιλήψεων πάνω τους13 και δεύτερον αυτός της άνευ όρων ελάττωσης της οικονομικής δραστηριότητας, θέση που συνιστά το αντιδιαμετρικά αντίθετο φετίχ ως προς τον παραγωγισμό. Αυτά το προβλήματα σήμερα αναγνωρίζονται από τον Serge Latouche, τον κυριότερο θεωρητικό του συγκεκριμένου ρεύματος στη Γαλλία.14


9. Φυσικά διαθέσιμα και «οικονομικοί πόροι»


Από τη μαρξική θεωρία γνωρίζουμε ότι ο καπιταλισμός αποτελεί το κοινωνικό σύστημα στο οποίο οι σχέσεις μεταξύ των δρώντων φορέων της παραγωγής εμφανίζονται ως σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής εμπορευμάτων, η παραγωγή γίνεται παραγωγή-για-την-ανταλλαγή και για-το-κέρδος, τα εμπορεύματα είναι επομένως φορείς (ανταλλακτικής) αξίας και η εργασία λαμβάνει τη μορφή της μισθωτής εργασίας, ομογενοποιούμενη και κοινωνικοποιούμενη δια μέσου της καπιταλιστικής αυτής παραγωγής και της αγοράς. Τα προϊόντα της εργασίας παράγονται ως ιδιοκτησία του κατόχου του κεφαλαίου, του καπιταλιστή, εμφανίζονται δηλαδή ως προϊόντα του κεφαλαίου φέροντας από τη στιγμή της «γέννησής» τους μια χρηματική τιμή η οποία πραγματοποιείται στην αγορά, αποτελώντας έτσι τη μοναδική απτή εμφάνιση της αξίας ως γενικευμένη ανταλλακτική σχέση μεταξύ των εμπορευμάτων (αναλυτικά Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης 2005, Μηλιός, Οικονομάκης, Λαπατσιώρας 2000).

Η φύση όμως, χωρίς τη διαμεσολάβηση οποιασδήποτε παραγωγικής διαδικασίας, δεν προσφέρει (ανταλλακτικές) αξίες αλλά αξίες χρήσης, οι οποίες φυσικά δεν φέρουν τιμή. Μπορούν αυτά τα φυσικά διαθέσιμα, στην ολότητά τους να μετατραπούν σε εμπορεύματα; Μπορούν δηλαδή αυτά να εισέλθούν στις σχέσεις ανταλλαγής και να καταστούν σύμμετρα με όλο το σωρό των εμπορευμάτων και υπό ποια ιδιότητα; Μπορούν δηλαδή τα «φυσικά διαθέσιμα» να αποτελέσουν αξία εντός μιας σχέσης ανταλλαγής με την έννοια της κοινωνικής σχέσης που επιτάσσει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής; Μπορεί δηλαδή το βιοφυσικό περιβάλλον να καταλάβει θέση ποιοτικώς αντίστοιχη με εκείνη του κεφαλαίου, ως «φυσικό κεφάλαιο» εντός του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου, αναπαραγόμενο σε διευρυνόμενη κλίμακα, αντικειμενοποιώντας την κοινωνική σχέση της εκμετάλλευσης που ισχύει για το κεφάλαιο;

Η απάντηση είναι ότι «προϊόντα της φύσης» και πρώτα απ’ όλα η γη αποκτούν στο πλαίσιο του καπιταλιστικού συστήματος τιμή όταν εισέρχονται στη διαδικασία (καπιταλιστικής) παραγωγής και αναπαραγωγής ως «οικονομικοί πόροι», έχοντας ως εκ τούτου καταστεί αντικείμενα ατομικής ιδιοκτησίας. Ο ιδιοκτήτης της γης εισπράττει πρόσοδο, όχι διότι η γη αποτελεί «παραγόμενο εμπόρευμα» ή «προϊόν εργασίας», αλλά ακριβώς διότι στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, η γη, που ως προϋπόθεση της παραγωγής αποτελεί «οικονομικό πόρο», μετατράπηκε σε αντικείμενο ατομικής ιδιοκτησίας και εμπορίου (απόκτησε τιμή). Ο Μαρξ έδειξε στον 1ο τόμο του Κεφαλαίου πώς η μετάβαση στον καπιταλισμό συνδέθηκε (και) με τη διάλυση των «κοινοτικών» προκαπιταλιστικών μορφών κατοχής της γη και μετατροπή της σε (εμπορεύσιμη) ατομική ιδιοκτησία,15 το ύψος της τιμής της οποίας καθορίζεται από διάφορους παράγοντες που απορρέουν από τις συνθήκες της συνολικής καπιταλιστικής παραγωγής.16

Πέραν αυτού, το καπιταλιστικό κράτος, ως εκφραστής του «γενικού συμφέροντος» της καπιταλιστικής κοινωνίας, δηλαδή ως «συλλογικός κεφαλαιοκράτης» που σε κάθε συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία αποτυπώνει ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων, αποφασίζει την εκτέλεση συγκεκριμένων έργων (π.χ. αποχέτευσης και βιολογικού καθαρισμού των αστικών αποβλήτων τα οποία προηγουμένως διοχετεύονταν ελεύθερα στους ποταμούς ή τον ωκεανό), στο πλαίσιο διαχείρισης «των κοινών», δηλαδή της διευρυμένης αναπαραγωγής της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να γίνει μια αδρή διάκριση. Αυτή είναι μεταξύ των ανανεώσιμων σε χρονικές κλίμακες ανθρώπου φυσικών πόρων και των μη ανανεώσιμων. Στους δεύτερους πρέπει να προστεθεί και η ποιότητα του περιβάλλοντος, η οποία αποτελεί τον όρο εκείνο που απαιτείται, άνω ενός κρίσιμου μεγέθους, προκειμένου να ισχύουν και οι διακρίσεις μεταξύ ανανεώσιμων και μη πόρων. Φυσικά η διάκριση των φυσικών διαθεσίμων σε ανανεώσιμα και μη επαναφέρει το ζήτημα της διάστασης του χρόνου και μάλιστα με τρόπο καθοριστικό σε ό,τι αφορά στην ποιότητα του περιβάλλοντος και στους φυσικούς μηχανισμούς που διέπουν πληθώρα φυσικών διεργασιών, επανατοποθετώντας την ανάγκη προσαρμογής της ανθρώπινης δραστηριότητας με άξονα αυτές.

Σήμερα, το καπιταλιστικό κράτος, οι διεθνείς καπιταλιστικοί οργανισμοί κ.λπ. ορίζουν, π.χ., τα όρια ρύπανσης και επομένως αναλαμβάνουν δαπάνες και «δίνουν τιμές» αποτίμησης-διασφάλισης κρίσιμων ποιοτήτων του φυσικού περιβάλλοντος, δηλαδή σύνθετων βιογεωχημικών διεργασιών οι οποίες όμως ταυτόχρονα ρυθμίζουν τη ζωή στην οικόσφαιρα και έχουν τεράστιες διαφορές (π.χ. μη αντιστρεπτές σε κλίμακα ανθρώπινης ιστορίας) από άλλα φυσικά διαθέσιμα, με αποτέλεσμα την πρόσδεση σε ένα ανθρωποκεντρικό και μυωπικά ωφελιμιστικό σύστημα διαχείρισης των υφιστάμενων φυσικών ισορροπιών του πλανήτη με τις οποίες συνδέεται το ανθρώπινο είδος.

Επιχειρούν, δηλαδή, να συνάγουν, π.χ., το κόστος ενός έργου περιβαλλοντικής προστασίας (ή ακόμα τους όρους που οδηγούν στη δημιουργία του) από την υποτιθέμενη «αξία» που φέρει το «αγαθό» «ποιότητα περιβάλλοντος», πέφτοντας στις θεωρητικές αυθαιρεσίες και ακροβασίες που πιο πάνω σκιαγραφήσαμε. Όμως η «ποιότητα περιβάλλοντος» δεν αποτελεί οικονομικό πόρο που υπεισέρχεται άμεσα στη διαδικασία παραγωγής και γι’ αυτό δεν υφίσταται ως εμπορεύσιμη ανταλλακτική αξία. Αυτό που υφίσταται είναι η αξία των δαπανών του κράτους (ή των επιχειρήσεων, των συλλογικών πρωτοβουλιών πολιτών κ.λπ.) για έργα που εντάσσονται στη διευρυμένη αναπαραγωγή της (καπιταλιστικής) κοινωνίας ως τέτοιας. Το φυσικό περιβάλλον δεν μπορεί επομένως να ενταχθεί στα «οικονομικά αγαθά» ως τέτοιο, με όλες του τις διαστάσεις (τα μη ανανεώσιμα φυσικά διαθέσιμα όπως είναι οι ορυκτές πρώτες ύλες, αλλά και η ποιότητα της ατμόσφαιρας, η επιμόλυνση των υδάτων, η ερημοποίηση, η μείωση της γονιμότητας του εδάφους, η τήξη των παγετωνικών καλυμμάτων, η αλλοίωση της βιοποικιλότητας, η καταστροφή των τροπικών δασών και τόσα άλλα που ρυθμίζουν τη ζωή στη φύση) και να αξιολογείται ως «οικονομικό μέγεθος» εντός του παρόντος κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και του θεωρητικού υπόβαθρου επί του οποίου αυτός εδράζεται.

Η έννοια της βιώσιμης ή αειφόρου ανάπτυξης αποτελεί, σύμφωνα με τις παραπάνω συνοπτικές επισημάνσεις σχήμα οξύμωρο σε ό,τι αφορά την υπέρβαση της οικολογικής κρίσης και της προεξάρχουσας παραμέτρου της, της κλιματικής αλλαγής. Αποτελεί και η ίδια μια στρεβλή μορφή εμφάνισης ορισμένων συγκεκαλυμμένων διεργασιών τις οποίες ήδη αναφέραμε. Το ίδιο ισχύει και για τον «πράσινο» καπιταλισμό τον οποίο επικαλείται τμήμα της διαχειριστικής οικολογίας είτε αυτό τοποθετείται εντός ενός νεοφιλελεύθερου, είτε εντός ενός κεϊνσιανού πλαισίου θεώρησης.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν το «γενικό συμφέρον» της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως αυτό εκφράζεται από το καπιταλιστικό κράτος μπορεί ποτέ να εξασφαλίσει την υιοθέτηση των μέτρων που απαιτούνται για την προστασία των κρίσιμων και μη ανανεώσιμων φυσικών διαθεσίμων.

10. «Εσωτερίκευση» της φύσης και κεφαλαιακή κερδοφορία

Η εφαρμογή ενός μεγάλου (εάν όχι του μεγαλύτερου) τμήματος των πορισμάτων και των κατευθύνσεων της περιβαλλοντικής οικονομίας και των νεοφιλελεύθερων πολιτικών για το περιβάλλον που συγκροτούνται εντός του νεοκλασικού υποδείγματος (και επομένως ισχυριζόμαστε ότι προασπίζουν την ισορροπία του υπάρχοντος συστήματος και της τάξης του), αντιμετωπίζουν πλήθος δυσχερειών στην υιοθέτησή τους από το ίδιο το σύστημα. Βασική αιτία αυτών των δυσχερειών αποτελεί το γεγονός ότι οι πολιτικές προστασίας των φυσικών πόρων, ιδίως αυτές που αφορούν μακροπρόθεσμες πολιτικές προστασίας συμπιέζουν γενικά το μέσο ποσοστό κέρδους της καπιταλιστικής οικονομίας, καθώς συνεπάγονται αυξημένα κόστη κοινωνικής παραγωγής και αναπαραγωγής.

Εκ των προτέρων, θεωρούμε ότι αυτό είναι και ένα βασικό στοιχείο το οποίο καθιστά πολύ δύσκολη την εφαρμογή σειράς συμβάσεων, συμφωνιών και περιβαλλοντικών πολιτικών, αφού οι συνέπειές τους ως προς την οικονομία είναι εμφανείς, στις κυρίαρχες δυνάμεις, και σε πολλές περιπτώσεις ποσοτικοποιήσιμες.

Η εσωτερίκευση των «εξωτερικών οικονομιών» και η λήψη μέτρων για τον περιορισμό τους (πέραν του τρόπου με τον οποίο λαμβάνει χώρα η οικονομική αποτίμησή τους, όπως δείξαμε σε προηγούμενα κεφάλαια) όπως είναι οι φόροι, οι διοικητικές ρυθμίσεις κ.λπ., με στόχο βέβαια την αποτροπή της ρύπανσης, με την υιοθέτηση φιλοπεριβαλλοντικών τεχνικών παραγωγής, αλλά και αντιρυπαντικής τεχνολογίας, θα έχουν σαφή αντίκτυπο στον παράγοντα της έντασης κεφαλαίου (κεφάλαιο ανά απασχολούμενο) και επομένως στο λόγο προϊόντος κεφαλαίου και στην αποδοτικότητα του τελευταίου. Συνεπώς, η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών οι οποίες προφανώς επιβαρύνουν με επένδυση σταθερού κεφαλαίου και οι οποίες μάλιστα δεν υιοθετούνται με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας, άλλα αντίθετα σε πολλές περιπτώσεις έχουν και ως αποτέλεσμα τη μείωσή της, δημιουργούν μείζον πρόβλημα στο ποσοστό κέρδους, ενεργοποιώντας μια πτωτική τάση λόγω και της ιδιαίτερα μεγάλης τους έκτασης, μεγαλύτερης από την εισαγωγή οποιασδήποτε μεμονωμένης τεχνολογικής καινοτομίας.

Η εσωτερίκευση, επομένως, των «εξωτερικών οικονομιών», έστω και με τους στρεβλούς όρους και την κλίμακα, στο πλαίσιο των αναγκών του καπιταλισμού αποτελεί, εγγενώς, «βόμβα» στα θεμέλια της συνολικής αναπαραγωγής του κεφαλαίου υπό διευρυνόμενη κλίμακα, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η έκταση της επιβαλλόμενης αλλαγής. Συνακόλουθα, παρόλο που τα μέτρα και οι τεχνικές είναι απόλυτα προσαρμοσμένες στο πλαίσιο του νεοφιλελεύθερου δόγματος, με την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, την παροχή υψηλών επιδοτήσεων από τη γενική φορολογία, την παροχή πλειάδας κινήτρων (δημιουργία τεχνιτών κρατικών αγορών), την υποβοήθηση στην αλλαγή των καταναλωτικών προτύπων και τη δημιουργία αγορών που να εξασφαλίζουν a priori την αναγκαία ενεργό ζήτηση για την κάλυψη των δαπανών, καθώς επίσης και τον προσανατολισμό των αλλαγών σε προϊόντα στα οποία παρουσιάζονται υψηλές ανελαστικότητες στη ζήτηση, με αποτέλεσμα να μεταφέρεται το κόστος στους καταναλωτές και μάλιστα σχετικώς ισομερώς στα μέλη της κοινωνίας ανεξαρτήτως, όσο το δυνατόν, εισοδηματικής στάθμης, οι απαιτούμενες ενέργειες συναντούν τεράστια εμπόδια. Τα εμπόδια αυτά δεν είναι καθόλου εύκολο να υπερβληθούν, ενώ είναι πλέον ορατές οι συνέπειες της καταστροφής υποδομών, λόγω της κλιματικής αλλαγής, της πτώσης της παραγωγικότητας (ασθένειες, ακραία καιρικά φαινόμενα κ.λπ.).

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και κατά τη χρηματική αποτίμηση των μη ανανεώσιμων φυσικών διαθεσίμων, του καθορισμού προσόδου στενότητας και του υπολογισμού της αξίας τους in situ. Συγκεκριμένα, ο λόγος προϊόντος-κεφαλαίου, ceteris paribus, μεταβάλλεται (μειώνεται), η αποδοτικότητα του κεφαλαίου πέφτει με τη σειρά της καθώς η ένταση του κεφαλαίου αυξάνει, όπως και η ποσότητα σταθερού κεφαλαίου για την παραγωγή μιας μονάδας προϊόντος, και άρα να έχουμε μείωση του ποσοστού κέρδους. Μάλιστα, η διάσταση αυτή ενισχύεται όταν έχουμε δραματική ανατίμηση των πρώτων υλών που επηρεάζουν τόσο τους τομείς παραγωγής των μέσων παραγωγής, όσο και των καταναλωτικών αγαθών, δηλαδή του κόστους λειτουργίας όλων των επιχειρήσεων. Επομένως η «υποχρεωτική» πλέον για το σύστημα εισαγωγή κρίσιμων ποιοτήτων και ποσοτήτων του φυσικού περιβάλλοντος και η συνακόλουθη τιμολόγηση και λογιστική καταγραφή τους ενεργοποιεί τάσεις υπερσυσσώρευσης, και πτώσης του γενικού ποσοστού κέρδους.

Πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα το οποίο αποδεικνύει την πρωτοφανή αναποτελεσματικότητα, επικινδυνότητα, αλλά και την ταχύτατη κατάρρευση των μέτρων που λαμβάνει ο καπιταλισμός είναι αυτή των αγροκαυσίμων. Πριν ακόμα περάσει η πρώτη δεκαετία από την εισαγωγή των αγρακαυσίμων ως μιας «σωτήριας» μεθόδου τόσο για το ενεργειακό, όσο και για το μείζον πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, το εν λόγω μέτρο καταρρέει με εκκωφαντικό πάταγο εν μέσω διατροφικής κρίσης σε 37 χώρες του κόσμου και εξεγέρσεων πείνας, με δηλώσεις όπως αυτή του ειδικού συμβούλου των Ηνωμένων Εθνών Ζαν Ζιγκλέρ ότι «η κατασκευή βιοκαυσίμων σήμερα είναι ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας»17 και εκείνη του Γερμανού υπουργού περιβάλλοντος, σύμφωνα με την οποία η στροφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τα αγροκαύσιμα ήταν εσπευσμένη και οφειλόταν μεταξύ άλλων και στην κινητοποίηση του λόμπι των αυτοκινητοβιομηχανιών, που ήθελαν να μετασχηματίσουν τα προϊόντα τους σε «πράσινα» αποφεύγοντας οποιαδήποτε οικονομική επιβάρυνση για τεχνολογική ανάπτυξη18, επιχειρώντας επί της ουσίας να προστατεύσουν τα κέρδη τους.


11. Η απάντηση του οικοσοσιαλισμού

Ο οικοσοσιαλισμός προβάλλει σαν η προσπάθεια συγκρότησης ενός ρεύματος, το οποίο θα συνθέτει το σοσιαλιστικό πρόταγμα για την ανατροπή του καπιταλισμού και των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής με τις παρούσες ανάγκες για την προστασία του περιβάλλοντος και την υπέρβαση της οικολογικής κρίσης στην οποία έχει «σύρει» το κεφάλαιο και ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής την οικόσφαιρα και φυσικά την ανθρωπότητα.

Ο οικοσοσιαλισμός εντάσσεται στο φάσμα της αντικαπιταλιστικής ριζοσπαστικής οικολογίας, υιοθετώντας όμως τη Μαρξική ανάλυση και κριτική στον καπιταλισμό και φυσικά στον παραγωγισμό, τονίζοντας ότι ο υπέρτατος στόχος της τεχνικής «προόδου» για τον Μαρξ19 δεν ήταν η ατέρμονη παραγωγή και συσσώρευση αγαθών, αλλά η συρρίκνωση του ημερήσιου χρόνου εργασίας και η συσσώρευση ελεύθερου χρόνου για όλες και όλους. Συνεπώς οι οικοσοσιαλιστές ασκούν δριμεία κριτική τόσο στις γραφειοκρατικές εκφάνσεις του υπαρκτού σοσιαλισμού, αλλά και της σοσιαλδημοκρατίας οι οποίες προσκολλήθηκαν στον παραγωγισμό, στον τεχνολογικό ντετερμινισμό, στη νομοτέλεια της αέναης προόδου καθώς και στις εργαλειακές και οικονομίστικες ερμηνείες του μαρξισμού.

Τα προβλήματα της κατίσχυσης της ποσοτικοποίησης, του παραγωγισμού, της δικτατορίας του χρήματος, της κεφαλαιακής συσσώρευσης και της θεολογίας της αέναης οικονομικής μεγέθυνσης, ή της κοινώς επονομαζόμενης από την κυρίαρχη καπιταλιστική ιδεολογία «ανάπτυξης», είναι προβλήματα ζωτικής σημασίας τα οποία προτάσσονται, τόσο από τους μαρξιστές όσο και από τους οικολόγους, ως κύριες αιτίες τόσο των εκμεταλλευτικών σχέσεων και των ανισοτήτων που πηγάζουν από τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και από την κυριαρχία του κεφαλαίου επί της εργασίας, όσο και της καταστροφής του περιβάλλοντος που πηγάζει από το παρόν παραγωγικό υπόδειγμα και τον τρόπο ζωής που συνυφαίνεται μαζί του.

Οι οικοσοσιαλιστές υπογραμμίζουν ότι τόσο ο σοσιαλισμός όσο και η οικολογία προτάσσουν μια στροφή προς ποιοτικά κριτήρια και αξίες. Ο μεν πρώτος προς τις αξίες χρήσης τις απαραίτητες για την ικανοποίηση των ανθρωπίνων αναγκών «από και για αυτές», η δε δεύτερη προς την προστασία του περιβάλλοντος και την αποκατάσταση της οικολογικής ισορροπίας. Επιπροσθέτως, σοσιαλιστές και οικολόγοι από κοινού συναρθρώνουν την οικονομία με το περιβάλλον, οι μεν πρώτοι με το κοινωνικό (κοινωνικές σχέσεις), οι δε δεύτεροι με το φυσικό. Επιπροσθέτως οι οικοσοσιαλιστές θεωρούν πολύ σημαντικά τα πορίσματα της επιστημονικής οικολογίας τα οποία αντιτίθενται στην ερμηνεία εκείνη του εξελικτικού δαρβινισμού που προσδιορίζει την εξέλιξη στη φύση ως ένα προϊόν στείρου ανταγωνισμού ειδών, προσδιορίζοντας συνεργατικές και συμπληρωματικές σχέσεις, καθώς και διεργασίες κατά τις οποίες η ομαδική επιλογή υπερισχύει της ατομικής καθώς και τις αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στην ατμόσφαιρα, την υδρόσφαιρα και τη λιθόσφαιρα και στους διάφορους πληθυσμούς και τις βιοκοινότητες, προσεγγίζοντας ολιστικά τα οικοσυστήματα και όχι μέσω ενός απλουστευτικού αναγωγισμού.

Η παρούσα οικολογική και πολιτισμική κρίση είναι για τους οικοσοσιαλιστές μια μεγάλη πρόκληση επανεισαγωγής της εμπλουτισμένης, πλέον, μαρξικής σκέψης στον 21ο αιώνα. Στο πλαίσιο αυτό ήδη διενεργούνται νέες επεξεργασίες όπως για παράδειγμα αυτή του James O’ Connor20 που προτείνει την προσθήκη στην «πρώτη αντίθεση» του καπιταλισμού μεταξύ δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής μιας δεύτερης αντίθεσης, αυτής μεταξύ των δυνάμεων παραγωγής και των συνθηκών της παραγωγής, λαμβάνοντας υπόψη τους εργαζόμενους, τον αστικό χώρο και το φυσικό περιβάλλον. Μια άλλη επίσης ενδιαφέρουσα προσέγγιση του οικομαρξιστή Tiziano Bagarollo21 αφορά στη διαδικασία εκείνη κατά την οποία συντελείται ένας μετασχηματισμός των δυνητικά παραγωγικών δυνάμεων σε πραγματικά καταστροφικές, ιδιαιτέρως για το φυσικό περιβάλλον.

Αναφορικά με τις απόψεις που άπτονται του οικολογικού φονταμενταλισμού και οι οποίες απορρίπτοντας τον ανθρωποκεντρισμό (όπως και οι οικοσοσιαλιστές) απορρίπτουν και τον ανθρωπισμό, οι οικοσοσιαλιστές τοποθετούνται σαφώς: Ο οικοσοσιαλισμός απορρίπτει τις οικοκεντρικές και βιοκεντρικές αντιλήψεις οι οποίες μαζί με τον ανθρωποκεντρισμό αντιμάχονται και τον ανθρωπισμό εισάγοντας την εγγενή ηθική αξία κάθε έμβιου όντος (Rolston H.)22 ακόμα και ανόργανων στοιχείων. Ο οικοσοσιαλισμός απορρίπτει τη λογική κατά την οποία, όπως εύστοχα υπογραμμίζει ο Michael Lowy, το κουνούπι που είναι φορέας ελονοσίας έχει το ίδιο δικαίωμα στη ζωή με τα παιδιά του «Τρίτου Κόσμου» τα οποία πρόκειται να αφαιμάξει και ως αποτέλεσμα να πεθάνουν23. Το ίδιο συμβαίνει και με όλους τους υπόλοιπους ιούς, βακτήρια κ.λπ. που αντιμετωπίζει η ανθρώπινη επιστήμη. Τη ζωή και τον πλανήτη, γενικά, δεν τον απειλεί η ανθρώπινη δραστηριότητα σε επίπεδο γεωλογικής κλίμακας, π.χ. η βακτηριαδιακή ποικιλότητα δεν επηρεάζεται, με έναν τρόπο καταστροφικό γι’ αυτή, από την ανθρώπινη δραστηριότητα. Αυτό που άμεσα απειλείται είναι η υπάρχουσα ισορροπία, στην οποία υπάρχει και εξελίσσεται το ανθρώπινο είδος και άλλα πρωτεύοντα είδη με τα οποία το πρώτο συνδέεται ως βιοεξελικτική ιστορία. Η αναγωγή του ανθρώπου σε θεράποντα της φύσης, ίσως αποτελεί μια άλλη μορφή του ανθρωποκεντρισμού.

Ο οικοσοσιαλισμός ενάντια στο φετιχισμό του εμπορεύματος και τη νεοφιλελεύθερη αυτονομία της οικονομίας προτείνει τη στροφή της οικονομίας στις αξίες χρήσης και σε μη-χρηματικά κριτήρια, καθώς επίσης και έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό της κοινωνικής οργάνωσης με την επανεισαγωγή του οικονομικού στο οικολογικό, στο κοινωνικό και στο πολιτικό. Επίσης απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η άρση του χάσματος μεταξύ του Βορά και του παγκόσμιου Νότου και η αποφυγή του εγκλωβισμού ενός οικοσοσιαλιστικού κινήματος στον πλούσιο Βορά. Συγκεκριμένα, στο Νότο ήδη αναπτύσσονται κινήματα που έχουν αμιγώς οικοσοσιαλιστικά χαρακτηριστικά, ακόμα και εάν τα ίδια δεν αυτοπροσδιορίζονται ως τέτοια, άλλα ούτε και ως οικολογικά. Παραδείγματα τέτοιων κινήσεων αντίστασης είναι το κίνημα του περουβιανού ειρηνιστή Hugo Blanco, καθώς και το κίνημα της Συμμαχίας των Ανθρώπων και του Δάσους (Forest People Alliance) του Chico Mendes για την προστασία των δασών του Αμαζονίου που είναι, κατά κάποιους οικοσοσιαλιστές, από την ίδρυσή του ταυτόχρονα σοσιαλιστικό και οικολογικό, τοπικό και παγκόσμιο.

Ο οικοσοσιαλισμός ως αμιγώς αντικαπιταλιστικό κίνημα στοχεύει στη ριζική ανατροπή του υπάρχοντος συστήματος, χωρίς όμως να εγκαταλείπει και να μεταθέτει στο αόρατο μέλλον τις μεταρρυθμίσεις, τους ελέγχους και τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν για την προστασία του περιβάλλοντος, για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής σήμερα καθώς και για την αλλαγή του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τις εγγενείς αντιφάσεις και τα όρια του παρόντος συστήματος, εισάγοντας παράλληλα μια μεταβατική λογική με στόχο τη συνειδητοποίηση τόσο των δυνατοτήτων όσο και των αναγκών, στοχεύοντας σε έναν σοσιαλισμό με νέες πολιτιστικές και κοινωνικές αξίες.

Συγκεφαλαιώνοντας, η είσοδος του φυσικού περιβάλλοντος εντός των κανονικοτήτων και των νόμων που διέπουν το καπιταλιστικό σύστημα οξύνει τις αντιφάσεις που ενδημούν εντός αυτού, προσθέτοντας και άλλους σημαντικούς και ταυτόχρονα καταλύοντας τους ήδη υπάρχοντες εξωτερικούς παράγοντες που επιδρούν στην κεφαλαιακή σχέση. Στην ίδια την ταξική πάλη, στον αγώνα υλικής και ιδεολογικής απελευθέρωσης, στην άρση κάθε εκμεταλλευτικής σχέσης και στην εκ βάθρων ανατροπή των επιβληθέντων πολιτισμικών προτύπων εντάσσεται σήμερα και θα τοποθετείται και στο μέλλον το αίτημα της «απελευθέρωσης» του περιβάλλοντος από τις παρούσες κοινωνικές σχέσεις και τις δομές τους. Η φύση δεν είναι δυνατό να εξακολουθεί να εμφανίζεται, επίπλαστα, ως ένας εξωτερικός παράγοντας, ο οποίος δεν άπτεται του κοινωνικού συστήματος. Στο εσωτερικό της ταξικής πάλης, και ιδίως στη σύγκρουση των «συνειδητών» συλλογικών υποκειμένων με τις ιστορικά κυρίαρχες κοινωνικές δυνάμεις, θα συντελείται από τούδε και στο εξής, με εντελώς νέους ιστορικά όρους, η διαπάλη για την εγκαθίδρυση μιας νέας σχέσης μεταξύ ανθρώπου και περιβάλλοντος, μεταξύ κοινωνικού και φυσικού περιβάλλοντος, μεταξύ οικονομίας και φύσης.



Βιβλιογραφία


Βλάχου Α., (1990), «Για μια Μαρξιστική προσέγγιση των προβλημάτων του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων», Θέσεις, τ. 33: 123-140.

Βλάχου Α., (2001), Περιβάλλον και Φυσικοί Πόροι – Οικονομική Θεωρία και Πολιτική, Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.

Dasmann R., (1976), Environmental Conservation, New York, John Wiley & Sons.

Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας. (2000). Συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Λισαβόνας της 23ης και 24ης Μαρτίου του 2000 http://ue.eu.int/ueDocs/cms_Data/docs/pressData/el/ec/00100-r1.gr0.htm

Foster J. B., (2002), «Marx’s ecology in historical perspective», International Socialism Journal, issue 96, http://pubs.socialistreviewindex.org.uk/isj96/foster.htm

Foster J. B. (2005), Οικολογία και Καπιταλισμός, Αθήνα: εκδ. Μεταίχμιο.

Forster J., B., «Organizing Ecological Revolution», Monthly Review, V.57, n. 5

http://www.monthlyreview.org/1005jbf.htm

Georgescu-Roegen N., (1975), «Energy and Economic Myths», Reprinted from Southern Economic Journal 41, no. 3, January.

http://www.eoearth.org/article/Energy_and_economic_myths_(historical)

Gillis M., Perkins, H. D., Rember M., Snodgrass D., R. (2000), Οικονομική της Ανάπτυξης, μετ. Γραβάνη Ο., Σταματάκης Ν., Αθήνα: Τυπωθήτω- Γιώργος Δαρδανός.

Harribey Jean-Marie, (2005), «Το αδιέξοδο του Τρίτου Κόσμου – Οικονομική μεγέθυνση δεν σημαίνει πάντα ανάπτυξη – Η “αναιμία” της οικονομίας και η “ανομία” της κοινωνίας», Ελευθεροτυπία, 16-1- 2005

www.enet.gr/online/online_hprint?q=Le+Monde&a=Harribey&id=30553952

Κολιάτσου Ο., «Βιοκαύσιμα: Είναι λύση;», Ελευθεροτυπία 15-4-2008,

www.enet.gr/online/online_text/c=111,dt=15.04.2008

Kovel J, and Löwy M., (2001), «An Ecosocialist Manifesto», Paris,

http://www.europe-solidaire.org/spip.php?article2278

Kula, E.(1994), Economics of Natural Resources, the Environment and Policies. Chapman and Hall, London, U.K.

Κυπριανίδης Τ. (1992), «Επιστημολογικές προεκτάσεις της «Διαλεκτικής της Φύσης» στον Ένγκελς», Θέσεις: τεύχος 40.

Latouche S., (2001) «Να τελειώνουμε μια για πάντα με την ανάπτυξη», Ελευθεροτυπία, ελ. Εκδ. της Le Monde Diplomatique, 10- 6-2001, www.enet.gr/online/online_hprint?q=Le+Monde&a=Latouche&id=15851212

Latouche S., (2004) «Κοινωνία της ποσότητας ή της ποιότητας;», Ελευθεροτυπία, ελ. εκδ. της Le Monde Diplomatique 22-2-2004, www.enet.gr/online/online_hprint?q=Le+Monde&a=Latouche&id=87406220

Latouche S., (2003) Justice sans limites, Le defi de l’ethnique dans une economie manualisee, Paris:

Fayard.

Löwy M., (2001), «Pour une ethique ecosocialiste», www.europe-solidaire.org/spip.php?article2340

Löwy M., (2005), «What is Ecososialism ?», Capitalism, Nature, Socialism, Vol 16 No 2, June.

Μαρξ Κ., (1975), Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα, εκδ. Γλάρος.

Μαρξ Κ. (2006), Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Κ. (1978), Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας», τόμος τρίτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Κ. (1979), Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος δεύτερος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Κ., (1998), Τρία Κείμενα για τη θεωρία της αξία», Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.

Marshall A., (1961), Principles of Economic», London: Macmillan, , Vol. 1.

Μηλιός Γ., Θεοχαράς Χ., (1986), «Παρατηρήσεις για μια κριτική των αστικών ιδεολογιών της ανάπτυξης», Θέσεις: τεύχος 16.

Μηλιός Γ., Οικονομάκης Γ. και Λαπατσιώρας Σ. (2000), Εισαγωγή στην Οικονομική Ανάλυση, Αθήνα:Ελληνικά Γράμματα.

Μηλιός Γ., Δημούλης Δ., Οικονομάκης Γ., (2005), Η θεωρία του Μαρξ για τον καπιταλισμό, Πλευρές μιας θεωρητικής και πολιτικής ρήξης, Αθήνα: νήσος.

Μπιτσάκης Ε. «Η έννοια της προόδου: Η αστική και η μαρξιστική αντίληψη»

http://www.survey.ntua.gr/main/studies/environ/keimena/bitsakis.pdf

Ναξάκης Χ., (1997), «Τα πολιτικά ρεύματα στην Οικολογία, Πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά ρεύματα στο περιβαλλοντικό κίνημα», Θέσεις: τεύχος 59.

Pareto, V., (1971), Manual of Political Economy, London: A. Schwier & A. Page,

Report on the World Commission on Environment and Development, UN, 11-12-1987, http://www.un.org/documents/ga/res/42/ares42-187.htm)

Rolston H., (1991), Environmental Ethics: Values in and Duties to the Natural World, Published in: The Broken Circle: Ecology, Economics, Ethics. F. Herbert Bormann and Stephen R. Kellert, Eds. Yale University Press, New Haven

Http://www.ecospherics.net/pages/RolstonEnvEth.html

Rubin I., I., (1993), «Αφηρημένη εργασία και αξία στο σύστημα του Μαρξ», μετάφραση: Μαυρουδέας Στ., Θέσεις: τεύχος 44.

Schmidheiny S, (1992). Changing Course: A global Business Perspective on Development and the Environment», Boston, MIT Press.

Σταμάτης Γ., (1993), Τεχνολογική εξέλιξη και ποσοστό κέρδους στον Μαρξ, Αθήνα: Κριτική.

Σταμάτης Γ., (1984), «Απόδειξη της λογικής συνοχής του μαρξικού νόμου της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους», Θέσεις, τ. 7.

Tanuro D., (2005), «Kyoto mon amour» , 10-11-2005

http://www.legrandsoir.info/article.php3?id_article=2863

Tanuro D.,(2005), «Marx, Mandel et les limites naturelles», 19-11-2005

http://www.ernestmandel.org/fr/surlavie/txt/colloque/tanuro.htm

The Weight of Nations: «Material Outflows from Industrial Economies», World Resources Institute, 2000.

Tietenberg T. (2000). Οικονομική του Περιβάλλοντος και των Φυσικών Πόρων, τόμος B΄, Αθήνα: Gutenberg.

Tietenberg T. (2002). Οικονομική του Περιβάλλοντος και των Φυσικών Πόρων, τόμος Α΄, Αθήνα: Gutenberg.

Τσιάρας Γ. (2008) «Εξαπλώνεται γοργά η διατροφική ένδεια», Το Βήμα, 20-4-2008, http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=15340&m=D06&aa=1

United Nations. (1987) Report of the World Commission on Environment and Development, «Our Common Future», 4th August 1987.

http://habitat.igc.org/open-gates/wced-ocf.htm

World Water Week Stockholm 2008, PressKit pg. 4,5,6,7, www.worldwaterweek.org/Downloads/2008/press/Presskit_2008.pdf


1 World Water Week Stockholm 2008, PressKit: 4,5,6,7,

2 Σημαντική κρίνεται η ανάλυση του Raymond Dasmann περί «πολιτισμών οικοσυστήματος» και «πολιτισμών οικόσφαιρας», όπου γίνεται αναφορά στη συστηματική καθυπόταξη της φύσης από την καπιταλιστική «επιστήμη» και τεχνολογία και στη μελέτη του Environmental Conservation. (Dasmann R.,1976: 84-86)

3 «Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή μαζί με τη διαρκώς αυξανόμενη υπεροχή του αστικού πληθυσμού, που τον συγκεντρώνει σε μεγάλα κέντρα από τη μια μεριά συσσωρεύει την ιστορική κινητήρια δύναμη της κοινωνίας, ενώ από την άλλη διαταράσσει την ανταλλαγή της ύλης ανάμεσα στον άνθρωπο και τη γη, δηλαδή την επιστροφή στο έδαφος των συστατικών του εδάφους που καταναλώνει ο άνθρωπος με τη μορφή μέσων συντήρησης και ιματισμού, και επομένως τον αιώνιο φυσικό όρο αέναης γονιμότητας του εδάφους [...] Και κάθε πρόοδος της κεφαλαιοκρατικής γεωργίας δεν είναι πρόοδος μόνο στην τέχνη καταλήστεψης του εργάτη, μα και στην τέχνη καταλήστεψης του εδάφους, κάθε πρόοδος στο ανέβασμα της γονιμότητάς του για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα είναι ταυτόχρονα και πρόοδος στην καταστροφή των μόνιμων πηγών αυτής της γονιμότητας. Και όσο περισσότερο μια χώρα όπως λχ οι Ενωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής ξεκινάει από τη βιομηχανία σαν το φόντο της ανάπτυξής της, τόσο πιο γρήγορο είναι αυτό το προτσές της καταστροφής. Επομένως η κεφαλαιοκρατική παραγωγή αναπτύσσει μόνο την τεχνική και το συνδυασμό του κοινωνικού προτσές παραγωγής υποσκάφτοντας ταυτόχρονα τις πηγές απ’ όπου αναβρύζει κάθε πλούτος: τη γή και τον εργάτη» (Μαρξ 2006: 522, 523). «Από τη σκοπιά ενός ανώτερου οικονομικού κοινωνικού σχηματισμού η ατομική ιδιοκτησία ξεχωριστών ατόμων στη γήινη σφαίρα θα εμφανίζεται τόσο πέρα για πέρα ανούσια, όσο και η ατομική ιδιοκτησία ενός ανθρώπου πάνω σε έναν άλλο άνθρωπο. Ακόμα και μια ολόκληρη κοινωνία, ένα έθνος, μάλιστα όλες οι σύγχρονες κοινωνίες μαζί παρμένες, δεν είναι ιδιοκτήτες της γης. Είναι απλώς κάτοχοί της, οι επικαρπωτές της, και οφείλουν σαν boni patres familias να την κληροδοτήσουν βελτιωμένη στις επόμενες γενεές» (Μαρξ 1978: 954).

4 Foster 2002.

5 Ένας από τους επικρατέστερους ορισμούς αναφέρει: «Η βιώσιμη ανάπτυξη είναι η ανάπτυξη η οποία ικανοποιεί τις ανάγκες της παρούσας γενιάς χωρίς να υπονομεύει τις δυνατότητες των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους». (Report on the World Commission on Environment and Development, UN, 11-12-1987.)

6 Ο στρατηγικός στόχος για την ΕΕ για τη δεκαετία 2000-2010, που αναφέρεται ως Στρατηγική της Λισαβόνας συνοπτικά περιγράφεται ως εξής: «Η Ένωση έχει τάξει σήμερα έναν νέο στρατηγικό στόχο για την επόμενη δεκαετία: να γίνει η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης ανά την υφήλιο, ικανή για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή» (Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας, 2000. Συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Λισαβόνας της 23ης και 24ης Μαρτίου του 2000).

7 Schmidheiny S, Changing Course: A global Business Perspective on Development and the Environment, Boston, MIT Press (1992). Βιβλίο που εκδόθηκε πριν από τη Διάσκεψη του Ρίο και από το δισεκατομμυριούχο βιομήχανο, πρόεδρο του Συμβουλίου Επιχειρηματιών για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη Stephen Schmidheiny.

8 «Τα αντικείμενα των επιστημών αποτελούν θεωρητικές έννοιες, οι οποίες ορίζονται στο εσωτερικό της επιστήμης καθαυτής και αναπαράγουν σε θεωρητικό-επιστημονικό επίπεδο τα μη άμεσα αντιληπτά χαρακτηριστικά των εμπειρικώς απτών αντικειμένων και διαδικασιών». (Μηλιός, Οικονομάκης και Λαπατσιώρας 2000: 20).

9 Marshall 1961, vol. 1: 1

10 «Η κοινωνία είναι ένα φανταστικό σώμα [...] είναι μάταιο να μιλάμε για το συμφέρον της κοινωνίας χωρίς να αντιλαμβανόμαστε το συμφέρον του ατόμου» (Bentham J., The Principles of Legislation, London 1931: 3 αναφέρεται στο Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης, 2005: 36).

11 The Weight of Nations: Material Outflows from Industrial Economies, World Resources Institute, 2000: 35.

12 «Η υπόθεση ότι η οικονομική χρήση καυσίμων ισοδυναμεί με μειωμένη κατανάλωση αποτελεί απόλυτη εννοιολογική σύγχυση. Ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Κατά κανόνα οι νέες οικονομικές μέθοδοι οδηγούν σε μια αύξηση της κατανάλωσης, σύμφωνα με μια αρχή που γίνεται προφανής σε αρκετές παράλληλες περιπτώσεις. [...] Αν η ποσότητα του άνθρακα που χρησιμοποιείται σε μια υψικάμινο, για παράδειγμα, μειωθεί σε σχέση με την παραγωγή, τα κέρδη του εμπορίου θα αυξηθούν, καινούργιο κεφάλαιο θα προσελκυστεί, η τιμή των ράβδων σιδήρου θα πέσει, αλλά η ζήτηση θα αυξηθεί· και τελικά ο μεγαλύτερος αριθμός υψικαμίνων θα αντισταθμίσει με το παραπάνω την εξοικονόμηση για την κάθε υψικάμινο ξεχωριστά» (Jevons S. W., The Coal Question, 1865: 140, 141, 142, παρατίθεται στο: Foster J. B. 2005: 192-195).

13 Harribey J. M. 2005.

14 Latouche S. 2004 και Latouche S. 2003: 275.

15 «Ο μεγάλος φεουδάρχης αφέντης […] δημιούργησε ένα ασύγκριτα μεγαλύτερο προλεταριάτο με το βίαιο διώξιμο της αγροτιάς από τη γη, στην οποία η αγροτιά είχε το ίδιο με αυτόν φεουδαρχικό νομικό τίτλο ιδιοκτησίας, και με το σφετερισμό της κοινοτικής γης […] Την παλιά φεουδαρχική αριστοκρατία την είχαν καταβροχθίσει οι μεγάλοι φεουδαρχικοί πόλεμοι, ενώ η καινούργια ήταν τέκνο της εποχής της, για την οποία το χρήμα είναι η εξουσία όλων των εξουσιών» (Μαρξ 2006: 742-43). «Εγκαινίασαν τη νέα εποχή, ασκώντας σε κολοσσιαία κλίμακα τη λήστευση των κρατικών γαιών […] Οι γαίες αυτές χαρίστηκαν, πουλήθηκαν σ’ εξευτελιστικές τιμές ή και προσαρτήθηκαν σε ιδιωτικά χτήματα με άμεσο σφετερισμό» (Μαρξ 2006: 748).

16 «Αυτή η κεφαλαιοποιημένη μ’ αυτό τον τρόπο γαιοπρόσοδος που αποτελεί την τιμή αγοράς ή την αξία της γης, μια κατηγορία prima facie παράλογη, όπως και η αξία της εργασίας, γιατί η γη δεν είναι προϊόν εργασίας και επομένως δεν έχει αξία. Από την άλλη μεριά, όμως, πίσω από αυτή την παράλογη μορφή κρύβεται μια πραγματική σχέση παραγωγής» (Μαρξ 1978: 775).

17 Το Βήμα, 20-4-2008.

18 Ελευθεροτυπία, 15-4-2008.

19 «Η φύση είναι το ανόργανο σώμα του ανθρώπου [...] Ο άνθρωπος ζει από τη φύση, δηλαδή η φύση είναι το σώμα του και πρέπει να διατηρήσει ένα συνεχή διάλογο μαζί της αν θέλει να μην πεθάνει» (Μαρξ 1975: 97).

20 Löwy M. 2005

21 Löwy M. 2005

22 Rolston H. 1991
23 Löwy M. 2001