Off Canvas sidebar is empty

Οι πολιτικές ρίζες της χρηματοπιστωτικής πανωλεθρίας

Η ΑΥΓΗ
Ημερομηνία δημοσίευσης: 25/3/2012


Του Wolfgang Streeck
Διευθυντή του Ινστιτούτου Max Planck για την Κοινωνική Έρευνα, Κολωνία.

Στην ανάλυσή του ο Wolfgang Streeck ερμηνεύει την κρίση με όρους μετασχηματισμού του "δημοκρατικού καπιταλισμού". Υποστηρίζει δε, ότι εφόσον αυτός παρουσιάζει ανυπέρβλητες δυσκολίες, είναι πιθανό σύντομα να αντιμετωπίσουμε μια νέα "φούσκα" εξαιτίας του.

Ένα κείμενο για όσους θέλουν να κατανοήσουν την παρούσα ελληνική και παγκόσμια κρίση και για όσους βρίσκουν ανεπαρκείς τις μέχρι σήμερα πολιτικές ερμηνείες της. Το κείμενο αποτελεί σύντομη εκδοχή της ανάλυσης που δημοσιεύτηκε στο "New Left Review", ν. 71, Λονδίνο, Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2011.

Μέρα με τη μέρα τα γεγονότα που σημαδεύουν την κρίση μάς διδάσκουν ότι οι αγορές υπαγορεύουν πλέον τον νόμο τους στα κράτη. Τα κράτη, υποτίθεται δημοκρατικά και κυρίαρχα, βλέπουν να τους επιβάλλονται όρια ως προς το τι μπορούν να κάνουν για τους λαούς τους και να τους ανακοινώνονται χαμηλόφωνα οι θυσίες που πρέπει να ζητήσουν από τους πολίτες.


Οι λαοί, από την πλευρά τους, καταλήγουν στην εξής διαπίστωση: οι πολιτικοί ηγέτες δεν υπηρετούν πια τα συμφέροντα των συμπολιτών τους, αλλά τα συμφέροντα άλλων κρατών ή και διεθνών οργανισμών που λειτουργούν εκτός των περιορισμών του δημοκρατικού παιχνιδιού -όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) ή η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.). Συνήθως η κατάσταση αυτή περιγράφεται ως συνέπεια ενός μεμονωμένου απροόπτου στο πλαίσιο μιας γενικότερης σταθερότητας. Είναι, όμως, έτσι;

Μπορεί κανείς να ερμηνεύσει τη "Μεγάλη Ύφεση" [1] και τη συνακόλουθη σχεδόν ολοσχερή κατάρρευση των δημόσιων οικονομικών ως εκδήλωση μιας θεμελιώδους ανισορροπίας των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνιών, οι οποίες αμφιταλαντεύονται μεταξύ των απαιτήσεων της αγοράς και των απαιτήσεων της δημοκρατίας. Μια αντίφαση που καθιστά τις αναταράξεις και την αστάθεια μάλλον τον κανόνα παρά την εξαίρεση. Σε μια τέτοια περίπτωση η σημερινή κρίση πρέπει να ερμηνευτεί στο φως του εγγενώς συγκρουσιακού μετασχηματισμού του λεγόμενου "δημοκρατικού καπιταλισμού ».

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 τρεις λύσεις εφαρμόστηκαν διαδοχικά για να ξεπεραστεί η αντίφαση μεταξύ πολιτικής δημοκρατίας και καπιταλισμού της αγοράς. Η πρώτη λύση ήταν ο πληθωρισμός. Η δεύτερη λύση ήταν το δημόσιο χρέος. Και η τρίτη το ιδιωτικό χρέος. Σε καθεμία από τις προσπάθειες αυτές αντιστοιχεί μια ιδιαίτερη διάταξη των σχέσεων ανάμεσα στα κέντρα οικονομικής ισχύος, το πολιτικό σύστημα και τις κοινωνικές δυνάμεις. Όμως, οι διευθετήσεις αυτές περιήλθαν η μία μετά την άλλη σε κρίση, επισπεύδοντας το πέρασμα στον επόμενο κύκλο. Έτσι η χρηματοπιστωτική καταιγίδα του 2008 σφραγίζει το τέλος της τρίτης περιόδου και την ενδεχόμενη διαμόρφωση μιας νέας διευθέτησης, της οποίας ο χαρακτήρας παραμένει ασαφής.



Διαμάχη για την κατανομή των εισοδημάτων

Ο δημοκρατικός καπιταλισμός της μεταπολεμικής περιόδου γνώρισε την πρώτη κρίση του στα τέλη της δεκαετίας του 1960, όταν ο πληθωρισμός άρχισε να κάνει την εμφάνισή του στο σύνολο του δυτικού κόσμου. Η οικονομική επιβράδυνση απειλούσε ξαφνικά τη διαιώνιση ενός μοντέλου ειρήνευσης των κοινωνικών σχέσεων, το οποίο είχε βάλει τέλος στις μεταπολεμικές διαμάχες. Στην ουσία της η συνταγή που είχε υιοθετηθεί μέχρι τότε ήταν η ακόλουθη: η εργατική τάξη αποδέχεται την οικονομία της αγοράς και την ατομική ιδιοκτησία, με αντάλλαγμα την πολιτική δημοκρατία, η οποία διασφαλίζει κοινωνική προστασία και διαρκή βελτίωση του επιπέδου ζωής.

Πάνω από δύο δεκαετίες αδιάκοπης οικονομικής ανάπτυξης συνέβαλαν στην εδραίωση της πεποίθησης ότι η κοινωνικο-οικονομική πρόοδος αποτελούσε δημοκρατικό δικαίωμα άρρηκτα συνδεδεμένο με την έννοια του πολίτη. Η θεώρηση αυτή αποτυπωνόταν σε διεκδικήσεις που οι πολιτικοί ηγέτες αισθάνονταν υποχρεωμένοι να ικανοποιήσουν: διεύρυνση του κράτους πρόνοιας, δικαίωμα ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων για τους εργαζόμενους, πλήρης απασχόληση. Μέτρα που προώθησαν οι δυτικές κυβερνήσεις χρησιμοποιώντας αφειδώς τα κεϋνσιανά οικονομικά εργαλεία.

Όταν, όμως, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, η οικονομική ανάπτυξη άρχισε να χάνει τον δυναμισμό της, η συγκεκριμένη διευθέτηση κλυδωνίστηκε -αστάθεια που εκδηλώθηκε με ένα παγκόσμιο κύμα κοινωνικής διαμαρτυρίας. Οι εργαζόμενοι, τους οποίους δεν παρέλυε ακόμη ο φόβος της ανεργίας, δεν δέχονταν να παραιτηθούν από αυτό που θεωρούσαν δικαίωμά τους στην πρόοδο.

Κατά τη διάρκεια των επόμενων ετών, όλες οι κυβερνήσεις του δυτικού κόσμου βρέθηκαν αντιμέτωπες με το ίδιο πρόβλημα: Πώς να υποχρεωθούν τα συνδικάτα να μετριάσουν τις μισθολογικές διεκδικήσεις τους χωρίς να χρειαστεί να αμφισβητηθεί η κεϋνσιανή υπόσχεση της πλήρους απασχόλησης; Στην πραγματικότητα, μολονότι σε ορισμένες χώρες η θεσμική συγκρότηση του συστήματος συλλογικών διαπραγματεύσεων διευκόλυνε την υπογραφή τριμερών "κοινωνικών συμφώνων", στις υπόλοιπες χώρες η δεκαετία του 1970 σφραγίστηκε από την πεποίθηση (η οποία ήταν εδραιωμένη και στα ανώτατα κλιμάκια του κρατικού μηχανισμού) ότι ένα υψηλότερο ποσοστό ανεργίας ως μέσο πίεσης για να συγκρατηθούν οι αυξήσεις των μισθών θα αποτελούσε πολιτική αυτοκτονία, ίσως και τον θάνατο της ίδιας της καπιταλιστικής δημοκρατίας.

Για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο και, ταυτόχρονα, να προστατευτούν οι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και η πλήρης απασχόληση, ένας δρόμος διαγραφόταν: η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, έστω και με τίμημα την αύξηση του πληθωρισμού.

Στην αρχή, η άνοδος των τιμών δεν δημιουργούσε κανένα πρόβλημα στους εργαζόμενους: εκπροσωπούνταν από συνδικάτα αρκετά ισχυρά ώστε να επιβάλλουν τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών. Αντίθετα, ο πληθωρισμός διάβρωνε τις περιουσίες των πιστωτών και των κατόχων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, δηλαδή κοινωνικών ομάδων που αριθμούσαν στις τάξεις τους σχετικά λίγους εργαζόμενους.

Στις συνθήκες αυτές ο πληθωρισμός μπορεί να περιγραφεί ως η νομισματική αποτύπωση της διαμάχης για την κατανομή των εισοδημάτων: από τη μια πλευρά η εργατική τάξη, η οποία ζητά σταθερή, ασφαλή απασχόληση και σημαντικότερο μερίδιο του εθνικού εισοδήματος, και από την άλλη η αστική τάξη, η οποία αγωνίζεται για τη μεγιστοποίηση των επενδυτικών αποδόσεων. Αφού τα δύο μέρη διαπνέονται από ασύμβατες απόψεις ως προς το τι δικαιούνται, με τους εργαζόμενους να προβάλλουν τα δικαιώματα των πολιτών και τους καπιταλιστές να επικαλούνται την ιδιοκτησία και την αγορά, ο πληθωρισμός εκφράζει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την ανομική κατάσταση μιας κοινωνίας, της οποίας τα μέλη δεν κατορθώνουν να συμφωνήσουν σε κοινά κριτήρια κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ενώ αμέσως μετά τον πόλεμο η οικονομική ανάπτυξη είχε επιτρέψει στις κυβερνήσεις να αμβλύνουν τους ταξικούς ανταγωνισμούς, ο πληθωρισμός τούς έδινε πλέον τη δυνατότητα να διατηρήσουν το επίπεδο κατανάλωσης και τη μέχρι τότε κατανομή των εισοδημάτων αντλώντας από οικονομικούς πόρους που η πραγματική οικονομία δεν είχε ακόμη παραγάγει.

Αυτή η στρατηγική αποκλιμάκωσης των εντάσεων υπήρξε αποτελεσματική, δεν μπορούσε, ωστόσο, να κρατήσει για πάντα. Τελικά προκάλεσε την αντίδραση των κατόχων κεφαλαίων, οι οποίοι αποφάσισαν να προστατεύσουν τις περιουσίες τους. Έτσι, ο πληθωρισμός οδήγησε στην αύξηση της ανεργίας τιμωρώντας τους εργαζόμενους, των οποίων τα συμφέροντα είχε αρχικά εξυπηρετήσει. Κάτω από την πίεση των αγορών οι κυβερνήσεις θα εγκαταλείψουν τις αναδιανεμητικές μισθολογικές συμφωνίες για να επιστρέψουν στη δημοσιονομική πειθαρχία.

Ο πληθωρισμός νικήθηκε μετά το 1979, όταν ο Πολ Βόλκερ, που είχε μόλις διοριστεί διοικητής της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας από τον πρόεδρο Τζίμι Κάρτερ, αποφάσισε να προχωρήσει σε μια χωρίς προηγούμενο αύξηση των επιτοκίων, με αποτέλεσμα την άνοδο της ανεργίας σε επίπεδα που δεν είχαν εμφανιστεί από τη Μεγάλη Ύφεση της δεκαετίας του 1930. Το "πραξικόπημα" επικυρώθηκε από τις κάλπες: ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν, για τον οποίον λέγεται ότι, στην αρχή φοβόταν τις πολιτικές επιπτώσεις των αποπληθωριστικών μέτρων του Βόλκερ, εξασφάλισε δεύτερη προεδρική θητεία το 1984.



Η εγγύηση της κοινωνικής ειρήνης

Στο Ηνωμένο Βασίλειο η Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία είχε ακολουθήσει τις αμερικανικές πολιτικές, επανεξελέγη και αυτή πρωθυπουργός το 1983 παρά την απότομη αύξηση της ανεργίας και τη γρήγορη αποβιομηχάνιση, συνέπειες, μεταξύ άλλων, της αυστηρής νομισματικής πολιτικής. Και στις δύο χώρες ο αποπληθωρισμός συνοδεύτηκε από συστηματική επίθεση κατά των συνδικάτων.

Στη διάρκεια των επόμενων ετών ο πληθωρισμός περιορίστηκε στο σύνολο του καπιταλιστικού κόσμου, τη στιγμή που η ανεργία κατέγραφε λίγο έως πολύ σταθερή άνοδο: από το 5% στο 9% μεταξύ 1980 και 1988. Ταυτόχρονα το ποσοστό συνδικαλιστικής εκπροσώπησης των εργαζομένων υποχωρούσε και οι απεργίες έγιναν τόσο σπάνιες, ώστε ορισμένες χώρες έπαψαν να τις καταγράφουν.

Η εποχή του νεοφιλελευθερισμού ξεκίνησε τη στιγμή που τα αγγλοσαξονικά κράτη εγκατέλειψαν έναν από τους πυλώνες του μεταπολεμικού δημοκρατικού καπιταλισμού: την αντίληψη ότι η ανεργία θα εξανέμιζε την πολιτική υποστήριξη που απολάμβαναν όχι μόνο οι κυβερνήσεις, αλλά και ο ίδιος ο τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας.

Παντού στον κόσμο, οι πολιτικοί ηγέτες παρακολουθούσαν με μεγάλη προσοχή τα πειράματα του Ρέιγκαν και της Θάτσερ. Ωστόσο όσοι είχαν ελπίσει ότι το τέλος του πληθωρισμού θα σηματοδοτούσε και τον τερματισμό των οικονομικών αρρυθμιών πολύ σύντομα διαψεύστηκαν. Ο πληθωρισμός υποχώρησε μόνο και μόνο για να δώσει τη θέση του στο δημόσιο χρέος, το οποίο απογειώθηκε κατά τη δεκαετία του 1980. Γεγονός που οφείλεται σε διάφορους λόγους.

Η οικονομική στασιμότητα είχε κάνει τους φορολογούμενους -ιδιαίτερα όσους διέθεταν μεγαλύτερο πλούτο και επιρροή- ιδιαίτερα εχθρικούς απέναντι στη φορολογία. Ταυτόχρονα ο περιορισμός του πληθωρισμού έβαλε τέλος στις αυτόματες αυξήσεις φόρων (φαινόμενο συνυφασμένο με την αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων). Η συγκράτηση του πληθωρισμού, εξάλλου, έφερε και το τέλος της διαρκούς υποτίμησης της πραγματικής αξίας του δημόσιου χρέους μέσω της αποδυνάμωσης των εθνικών νομισμάτων, η οποία, αρχικά, είχε συμπληρώσει την οικονομική ανάπτυξη, πριν την αντικαταστήσει σταδιακά ως προνομιακό εργαλείο μείωσης του χρέους.

Η διόγκωση της ανεργίας που προκάλεσε η νομισματική σταθεροποίηση υποχρέωσε τα κράτη να αυξήσουν τις δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας. Τέλος, ο λογαριασμός των κοινωνικών δικαιωμάτων που θεσπίστηκαν τη δεκαετία του 1970, ως αντάλλαγμα για να αποδεχθούν τα συνδικάτα τη συγκράτηση των μισθών (μια μορφή διαφοροποιημένων μισθών), άρχισε να συσσωρεύεται. Και βάραινε όλο και περισσότερο στα δημόσια οικονομικά.

Αφού δεν ήταν πια δυνατόν να χρησιμοποιηθεί το χαρτί του πληθωρισμού για να περιοριστεί η απόσταση μεταξύ των απαιτήσεων των πολιτών και των απαιτήσεων των αγορών, η ευθύνη χρηματοδότησης της κοινωνικής ειρήνης πέρασε στο κράτος. Για κάποιο χρονικό διάστημα το δημόσιο χρέος αποτέλεσε βολικό και λειτουργικό ισοδύναμο του πληθωρισμού.

Στην πραγματικότητα το δημόσιο χρέος, όπως ακριβώς και ο πληθωρισμός, επέτρεπε στις κυβερνήσεις να χρησιμοποιούν πόρους που δεν είχαν ακόμη παραχθεί, για να αμβλύνονται οι διαμάχες γύρω από την κατανομή των εισοδημάτων. Ή, για να το πούμε αλλιώς, τους επέτρεπε να αντλήσουν οικονομικούς πόρους από το μέλλον για να συμπληρώσουν τους πόρους του σήμερα. Στο μέτρο που η μάχη ανάμεσα στις απαιτήσεις των αγορών και τις απαιτήσεις της κοινωνίας μεταφερόταν από τους τόπους παραγωγής στην πολιτική αρένα, οι εκλογικές πιέσεις αντικατέστησαν τους συνδικαλιστικούς αγώνες. Οι κυβερνήσεις, αντί να τυπώνουν χρήμα, άρχισαν να δανείζονται όλο και περισσότερο. Διαδικασία που διευκολύνθηκε από τον χαμηλό πληθωρισμό, ο οποίος καθησύχαζε τους πιστωτές σχετικά με τη μακροπρόθεσμη αξία των κρατικών ομολόγων.

Ωστόσο ούτε και η συσσώρευση δημόσιου χρέους μπορούσε να κρατήσει αιώνια. Για πολύ καιρό οι οικονομολόγοι έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου στις κυβερνήσεις σχετικά με το γεγονός ότι τα δημόσια ελλείμματα απορροφούσαν τους διαθέσιμους παραγωγικούς πόρους και στραγγάλιζαν τις ιδιωτικές επενδύσεις προκαλώντας άνοδο των επιτοκίων και οικονομική επιβράδυνση.

Οι ειδικοί, όμως, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσουν κάποιο κρίσιμο όριο δημοσίου χρέους. Στην πράξη αποδείχτηκε δυνατό, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα, να διατηρηθούν τα επιτόκια σε σχετικά χαμηλό επίπεδο μέσω της απορρύθμισης των χρηματοπιστωτικών αγορών και να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός μέσω της περαιτέρω αποδυνάμωσης των συνδικάτων.



Από το δημόσιο χρέος στο ιδιωτικό χρέος

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο, μια χώρα όπου το επίπεδο αποταμιεύσεων αποδεικνύεται εξαιρετικά χαμηλό, αρχίζουν σύντομα να πωλούν τα κρατικά τους ομόλογα όχι μόνο στους Αμερικανούς πολίτες, αλλά και σε ξένους επενδυτές, μεταξύ των οποίων και ξένα κρατικά επενδυτικά κεφάλαια. Επιπλέον, στο μέτρο που το βάρος του δημοσίου χρέους αυξανόταν, ένα μεγαλύτερο τμήμα των δημόσιων δαπανών διοχετευόταν για την πληρωμή των τόκων του. Και, κυρίως, κάποια συγκεκριμένη στιγμή, που ήταν αδύνατον να προσδιοριστεί εκ των προτέρων, οι ξένοι και εγχώριοι πιστωτές θα απαιτούσαν την επιστροφή των χρημάτων τους. Τότε, οι "αγορές" θα χρησιμοποιούσαν όλα τα μέσα για να επιβάλουν στα κράτη τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη λιτότητα που ήταν απαραίτητες για τη διαφύλαξη των συμφερόντων τους.

Το 1992, στον δημόσιο διάλογο που προηγήθηκε των αμερικανικών προεδρικών εκλογών, κυριάρχησε το ζήτημα του διπλού ελλείμματος: δημόσιο έλλειμμα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και εμπορικό έλλειμμα της οικονομίας ως συνόλου. Η νίκη του Μπιλ Κλίντον, ο οποίος είχε κάνει το ζήτημα της οικονομίας κεντρικό άξονα της προεκλογικής εκστρατείας του, σηματοδότησε την έναρξη μιας σειράς προσπαθειών δημοσιονομικής σταθεροποίησης [2]. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι πολιτικές δημοσιονομικής εξυγίανσης προωθήθηκαν με επιθετικό τρόπο από οργανισμούς όπως το ΔΝΤ ή ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), πάντα με την ενεργό υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στην αρχή η προεδρία των Δημοκρατικών εξέτασε το ενδεχόμενο να περιορίσει τα ελλείμματα τονώνοντας την οικονομική δραστηριότητα, μέσω σημαντικών κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και αύξησης της φορολογίας. Στις ενδιάμεσες εκλογές του 1994, όμως, οι Δημοκρατικοί έχασαν την πλειοψηφία στο αμερικανικό Κογκρέσο. Τότε ο Κλίντον έκανε στροφή 180 μοιρών και υιοθέτησε πολιτική λιτότητας, με χαρακτηριστικό τις σημαντικές περικοπές των δημοσίων δαπανών. Επρόκειτο για μια πολιτική μεταστροφή που είχε στόχο, σύμφωνα με τη δική του διατύπωση, να δώσει τέλος "στην κοινωνική προστασία όπως τη γνωρίζουμε". Μεταξύ 1998 και 2000, για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, οι προϋπολογισμοί της αμερικανικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης παρουσίασαν πλεονάσματα.

Εντούτοις η κυβέρνηση Κλίντον δεν κατάφερε να διευθετήσει την πολιτική οικονομία του δημοκρατικού καπιταλισμού με μόνιμο τρόπο. Η στρατηγική της για τη διαχείριση των κοινωνικών συγκρούσεων συνίστατο, σε μεγάλο βαθμό, στην περαιτέρω απορρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, η οποία είχε εγκαινιαστεί επί Ρέιγκαν.

Η ταχύτατη αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων, εξαιτίας της ακόμη μεγαλύτερης υποχώρησης της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης και των δραστικών περικοπών στις κοινωνικές δαπάνες, καθώς και η μείωση της συνολικής ζήτησης [3] εξαιτίας των πολιτικών δημοσιονομικής προσαρμογής, αντισταθμίστηκαν από τη δυνατότητα που δόθηκε στους πολίτες και τις επιχειρήσεις να λάβουν δάνεια σε πρωτόγνωρη κλίμακα.

Έτσι γεννήθηκε η εύστοχη έκφραση "ιδιωτικοποιημένος κεϋνσιανισμός", ακριβώς για να περιγράψει την αντικατάσταση του δημόσιου χρέους από το ιδιωτικό χρέος. Η κυβέρνηση δεν δανειζόταν πια για να χρηματοδοτήσει την ισότιμη πρόσβαση σε αξιοπρεπείς κατοικίες ή την εκπαίδευση των εργαζομένων: στο εξής τα μεμονωμένα άτομα καλούνταν τα ίδια (συνήθως χωρίς να έχουν πραγματικά άλλη επιλογή) να συνάψουν δάνεια με δικό τους κίνδυνο για να πληρώσουν τις σπουδές τους ή για να εγκατασταθούν σε λιγότερο φτωχές συνοικίες [4].

Η πολιτική που εφάρμοσε η κυβέρνηση Κλίντον ευχαρίστησε πολύ κόσμο. Οι πλούσιοι πλήρωναν λιγότερους φόρους, ενώ όσοι, ανάμεσά τους, υπήρξαν αρκετά διορατικοί ώστε να επενδύσουν στον χρηματοπιστωτικό τομέα αποκόμισαν τεράστια κέρδη. Αλλά και πολλοί από τους φτωχούς δεν είχαν λόγο να διαμαρτύρονται -τουλάχιστον όχι στην αρχή. Τα δάνεια "subprime" και η ψευδαίσθηση του πλούτου στην οποία ήταν στηριγμένα ήρθαν να αντικαταστήσουν τα κοινωνικά επιδόματα (που καταργούνταν) και τις αυξήσεις των μισθών (που, εκείνη την εποχή, ήταν ανύπαρκτες στα χαμηλότερα κλιμάκια μιας απορρυθμισμένης αγοράς εργασίας).

Ιδιαίτερα για τους Αφροαμερικανούς η απόκτηση κατοικίας δεν αποτελούσε απλώς την εκπλήρωση του "αμερικανικού ονείρου": επρόκειτο, επίσης, για ουσιαστικό υποκατάστατο της σύνταξής τους, την οποία η εργασία τους, όταν υπήρχε, δεν εξασφάλιζε πια και την οποία δεν είχαν κανένα λόγο να περιμένουν από μια κυβέρνηση ταγμένη στη διαρκή λιτότητα.

Έτσι, σε αντίθεση με την περίοδο όπου κυριαρχούσε το δημόσιο χρέος -κατά την οποία ο δημόσιος δανεισμός επέτρεπε να χρησιμοποιηθούν σήμερα οι παραγωγικοί πόροι του αύριο- ήταν πλέον οι ίδιοι οι πολίτες που μπορούσαν να αγοράσουν άμεσα ό,τι είχαν ανάγκη, αξιοποιώντας τη δέσμευσή τους να καταβάλλουν σημαντικό τμήμα των μελλοντικών εισοδημάτων τους στις αγορές.

Επομένως η απελευθέρωση του χρηματοπιστωτικού τομέα έδωσε τη δυνατότητα να αντισταθμιστούν η δημοσιονομική εξυγίανση και η λιτότητα. Το ιδιωτικό χρέος προστέθηκε στο δημόσιο χρέος, ενώ η ατομική ζήτηση -που είχε τροφοδοτηθεί με πακτωλούς δολαρίων από την ακμάζουσα βιομηχανία του χρηματοπιστωτικού καζίνου- πήρε τη θέση της συλλογικής ζήτησης, την οποία καθοδηγούσε το κράτος. Η ατομική ζήτηση υποστήριζε, λοιπόν, την απασχόληση και τα κέρδη, ιδιαίτερα στον κλάδο των ακινήτων.

Η συγκεκριμένη δυναμική γνώρισε επιτάχυνση από το 2001, όταν η αμερικανική κεντρική τράπεζα, με διοικητή τον Άλαν Γκρίνσπαν, μείωσε πολύ τα επιτόκια ώστε να προλάβει την ύφεση και τη συνακόλουθη αύξηση της ανεργίας. Όμως, ο "ιδιωτικοποιημένος κεϋνσιανισμός" δεν έδωσε απλώς τη δυνατότητα στον χρηματοπιστωτικό τομέα να αποκομίσει κέρδη χωρίς προηγούμενο, αλλά αποτέλεσε και τον στυλοβάτη μιας οικονομικής άνθησης που έκανε τα ευρωπαϊκά συνδικάτα να χλωμιάσουν από ζήλεια.

Τα συνδικάτα της Γηραιάς Ηπείρου ανήγαγαν σε υπόδειγμα την πολιτική εύκολου χρήματος του Γκρίνσπαν, η οποία οδηγούσε στην ταχύτατη υπερχρέωση της αμερικανικής κοινωνίας. Επεσήμαιναν με ενθουσιασμό ότι η αμερικανική Fed, σε αντίθεση με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, είχε τη θεσμική υποχρέωση όχι απλώς να διασφαλίζει τη νομισματική σταθερότητα, αλλά και να διατηρεί σε χαμηλά επίπεδα την ανεργία. Φυσικά, όλα τελείωσαν το 2008 με την ξαφνική κατάρρευση της πυραμίδας των διεθνών πιστώσεων, στην οποία είχε στηριχθεί η ευημερία του τέλους της δεκαετίας του 1990 και των αρχών της δεκαετίας του 2000.

Μετά τις διαδοχικές περιόδους του πληθωρισμού, των δημόσιων ελλειμμάτων και του ιδιωτικού χρέους, ο μεταπολεμικός δημοκρατικός καπιταλισμός εισέρχεται πια στο τέταρτο στάδιό του. Την ώρα που το σύνολο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος κινδύνευε να καταρρεύσει, τα κράτη προσπάθησαν να αποκαταστήσουν την οικονομική εμπιστοσύνη. Κοινωνικοποίησαν τα τοξικά δάνεια που τα ίδια είχαν παλαιότερα επιτρέψει να συναφθούν, προωθώντας τα τότε για να αντισταθμίσουν τις συνέπειες των πολιτικών δημοσιονομικής εξυγίανσης που ακολουθούσαν.

Η συγκεκριμένη κίνηση κοινωνικοποίησης των ζημιών του χρηματοπιστωτικού τομέα, σε συνδυασμό με την απαραίτητη τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας για να αποσοβηθεί η κατάρρευση της "πραγματικής οικονομίας", προκάλεσε τη θεαματική διόγκωση των δημόσιων ελλειμμάτων. Ας σημειωθεί, με την ευκαιρία, ότι η εξέλιξη αυτή δεν απέρρεε διόλου από τις σπάταλες συνήθειες κάποιων καιροσκοπικών κυβερνήσεων ή από δυσλειτουργίες των πολιτικών θεσμών, όπως υποστήριζαν ορισμένες θεωρίες της δεκαετίας του 1990, οι οποίες διακινούνταν με τις ευλογίες κυρίως της Παγκόσμιας Τράπεζας και του ΔΝΤ.

Η συνέχεια είναι γνωστή, από το 2008 και μετά: η διαμάχη για την κατανομή των εισοδημάτων, η οποία είναι εγγενές χαρακτηριστικό του δημοκρατικού καπιταλισμού, μετασχηματίστηκε σε λυσσαλέα μάχη ανάμεσα στους παγκόσμιους χρηματοπιστωτικούς επενδυτικούς ομίλους και τα κυρίαρχα εθνικά κράτη. Ενώ, στο παρελθόν, οι εργαζόμενοι αγωνίζονταν ενάντια στους εργοδότες, οι πολίτες ενάντια στους υπουργούς Οικονομικών και οι μεμονωμένοι οφειλέτες ενάντια στις ιδιωτικές τράπεζες, σήμερα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διασταυρώνουν τα ξίφη τους με τα κράτη. Τα ίδια κράτη που πρόσφατα οι τράπεζες είχαν εκβιάσει για να τα υποχρεώσουν να τις... σώσουν. Ωστόσο ο συσχετισμός δυνάμεων στον οποίον στηρίζεται η κατάσταση αυτή δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμα.

Από την αρχή της κρίσης, για παράδειγμα, οι χρηματοπιστωτικές αγορές απαιτούν πολύ διαφορετικά επιτόκια από τα διάφορα κράτη. Επομένως ασκούν διαφοροποιημένες πιέσεις στις κυβερνήσεις για να υποχρεώσουν τους πολίτες τους να δεχτούν δημοσιονομικές περικοπές χωρίς προηγούμενο. Όταν, σήμερα, τις πλάτες των κρατών βαραίνουν κολοσσιαία χρέη, οποιαδήποτε αύξηση των επιτοκίων, όσο μικρή κι αν είναι, μπορεί να προκαλέσει δημοσιονομική καταστροφή [5]. Την ίδια στιγμή οι αγορές πρέπει να αποφύγουν να υποβάλλουν τα κράτη σε υπερβολικά ισχυρή πίεση, καθώς θα μπορούσαν κάλλιστα να τα ωθήσουν να κηρύξουν στάση πληρωμών στο χρέος τους. Επομένως, για να προφυλαχθούν από μια γενική αύξηση των επιτοκίων στα κρατικά ομόλογα, ορισμένα κράτη πρέπει να είναι έτοιμα να διασώσουν κάποια άλλα, τα οποία απειλούνται περισσότερο. Εξάλλου οι αγορές δεν προσδοκούν μονάχα τη δημοσιονομική εξυγίανση. Απαιτούν, ταυτόχρονα, και ρεαλιστικές προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης. Πώς, όμως, να συνδυαστούν οι δύο απαιτήσεις; Παρόλο που το επιτόκιο των κρατικών ομολόγων της Ιρλανδίας έπεσε όταν η χώρα δεσμεύτηκε να λάβει μέτρα δραστικής μείωσης του ελλείμματός της, σε λίγες εβδομάδες ανέβηκε ξανά, γιατί το σχέδιο προσαρμογής ήταν τόσο αυστηρό ώστε καθιστούσε αδύνατη την οικονομική ανάκαμψη [6].


Αποτυχία ρύθμισης των αγορών



Έτσι, εδώ και μερικά χρόνια, η πολιτική διαχείριση του συστήματος του δημοκρατικού καπιταλισμού αποδεικνύεται όλο και πιο λεπτή υπόθεση. Μάλιστα οι πολιτικοί ηγέτες πιθανότατα δεν έχουν αντιμετωπίσει τόσο μεγάλη αβεβαιότητα από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης.

Επιπλέον είναι, άραγε, αδιανόητο να σχηματίζεται ήδη μια νέα χρηματοπιστωτική φούσκα, λόγω του πακτωλού φθηνού χρήματος που κυλάει ασταμάτητα; Μολονότι δεν είναι πια δυνατόν να επενδύσει κανείς στα "subrime", τουλάχιστον για την ώρα, η αγορά των πρώτων υλών ή η νέα οικονομία του Διαδικτύου προσφέρουν δελεαστικές προοπτικές σε ορισμένους επενδυτές.

Τίποτε δεν εμποδίζει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επενδύσουν τη ρευστότητα που τους προσφέρουν αφειδώς οι κεντρικές τράπεζες στους λεγόμενους "νέους κλάδους ανάπτυξης" -στο όνομα των προνομιούχων πελατών τους ή και, γιατί όχι, για δικό τους όφελος. Σε τελική ανάλυση, αφού οι μεταρρυθμίσεις που έπρεπε να εφαρμοστούν στον χρηματοπιστωτικό τομέα απέτυχαν σχεδόν πλήρως, το κεφάλαιο μπορεί σήμερα να εμφανιστεί κάπως πιο απαιτητικό από πριν. Και οι τράπεζες, που ήδη το 2008 περιγράφονταν ως "πολύ μεγάλες για να πτωχεύσουν" ("too big to fail"), μπορούν να ελπίζουν ότι θα είναι ακόμη μεγαλύτερες το 2012 ή το 2013. Έτσι, θα μπρούν να επαναφέρουν τον εκβιασμό που τόσο επιδέξια κατάφεραν να ασκήσουν πριν από τρία χρόνια. Αυτή τη φορά, όμως, η διάσωση του ιδιωτικού καπιταλισμού από τα κράτη ίσως αποδειχτεί αδύνατη, απλούστατα επειδή τα δημόσια οικονομικά έχουν φθάσει στα όρια των δυνατοτήτων τους.

Στη σημερινή κρίση ο κίνδυνος για τη δημοκρατία αποδεικνύεται εξίσου μεγάλος, αν όχι μεγαλύτερος, από τον αντίστοιχο κίνδυνο για την οικονομία. Δεν τρίζει εκ θεμελίων μόνο η "συστημική ενσωμάτωση" των σύγχρονων κοινωνιών -δηλαδή η αποτελεσματική λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος- αλλά και η "κοινωνική ενσωμάτωσή" τους [7].

Ο ερχομός μιας νέας περιόδου λιτότητας έχει υπονομεύσει σοβαρά τη δυνατότητα των κρατών να βρουν ισορροπία μεταξύ των δικαιωμάτων των πολιτών και των απαιτήσεων της συσσώρευσης κεφαλαίου. Επιπλέον οι στενές σχέσεις αλληλεξάρτησης μεταξύ των διαφόρων χωρών καθιστούν αδύνατη τη λύση των αντιφάσεων μεταξύ οικονομίας και κοινωνίας (δηλαδή μεταξύ καπιταλισμού και δημοκρατίας). Καμία κυβέρνηση δεν μπορεί πια να αγνοεί τους διεθνείς περιορισμούς και τις διεθνείς υποχρεώσεις, ιδιαίτερα εκείνες που επιβάλλουν οι χρηματοπιστωτικές αγορές. Οι κρίσεις και οι αντιφάσεις του δημοκρατικού καπιταλισμού έχουν σταδιακά διεθνοποιηθεί και ξεδιπλώνονται όχι μόνο στο εσωτερικό των διαφόρων κρατών, αλλά και στις διακρατικές σχέσεις, με συνδυασμούς και αναδιατάξεις που μένει να διερευνηθούν.

Παρατηρώντας την εξέλιξη της κρίσης από τη δεκαετία του 1970, φαίνεται εύλογη η υπόθεση ότι ο δημοκρατικός καπιταλισμός θα βρει έναν καινούργιο τρόπο -πάλι προσωρινό, φυσικά- να επιλύσει τις κοινωνικές διαμάχες. Αυτή τη φορά, όμως, σε κατευθύνσεις που πιθανότατα θα είναι αποκλειστικά προς όφελος των κυρίαρχων τάξεων, οι οποίες έχουν οχυρωθεί σε πολιτικά απόρθητο έδαφος: στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Σε τελική ανάλυση δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο οι κυρίαρχες τάξεις να προετοιμάζονται με αυτοπεποίθηση για την ύστατη μάχη τους ενάντια στην κρατική εξουσία, πριν επιβάλουν τον νόμο τους μια και καλή.





Επιμέλεια: Χάρης Λογοθέτης

Κείμενα της «Le Monde diplomatique» στα ελληνικά θα βρείτε στην ιστοσελίδα www.monde-diplomatique.gr



[1] Για την έκφραση "Μεγάλη Ύφεση", βλ. Carmen M. Reinhart και Kenneth S. Rogoff, "This Time Is Different: Eight Centuries of Financial Folly", Princeton University Press, 2009

[2] Δέσμες μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης που στοχεύουν στη βελτίωση του πρωτογενούς δημοσιονομικού αποτελέσματος (των ετήσιων εσόδων του κράτους μείον τις ετήσιες δαπάνες του, χωρίς να υπολογίζονται οι πληρωμές για τόκους και χρεωλύσια).

[3] Συνολική ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών σε μια οικονομία

[4] Βλ. Gérard Duménil και Dominique Lévy, "Une trajectoire financière insoutenable", "Le Monde diplomatique", Αύγουστος 2008.

[5] Για ένα κράτος με δημόσιο χρέος 100% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), μια αύξηση του επιτοκίου δανεισμού του κατά 2% θα διόγκωνε το ετήσιο δημόσιο έλλειμμά του κατά το ίδιο ποσοστό. Κατά συνέπεια ένα δημόσιο έλλειμμα ύψους 4% του ΑΕΠ θα περνούσε στο 6% (50% αύξηση).

[6] Βλ. Frédéric Lordon, "Sur le toboggan de la crise européenne", "Le Monde diplomatique", Δεκέμβριος 2011.

[7] Ο David Lockwood όρισε τις έννοιες αυτές με τη μελέτη του "Social integration and system integration" στο βιβλίο George Zollschan και Walter Hirsch (διευθ. έκδοσης), "Explorations in Social Change", Routledge & Kegan Paul, Λονδίνο, 1964.